Μελέτη αποκαλύπτει μια μεγάλη αλλαγή στα ελληνικά βουνά τα τελευταία 40 χρόνια
Η χιονοκάλυψη στα βουνά της Ελλάδας – μια σημαντική πηγή νερού για τις κοινότητες, τη γεωργία και τα φυσικά οικοσυστήματα κατά τους ξηρούς θερινούς μήνες – έχει μειωθεί πάνω από το μισό τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, σύμφωνα με νέα μελέτη.
Μια διεθνής ομάδα ερευνητών, με επικεφαλής το Πανεπιστήμιο του Cambridge, χρησιμοποίησε συνδυασμό δορυφορικών εικόνων, κλιματικών δεδομένων, χαρτών εδάφους και τεχνητής νοημοσύνης για να αναλύσει πώς οι αυξανόμενες θερμοκρασίες στη Μεσόγειο έχουν επηρεάσει τη χιονοκάλυψη στα ελληνικά βουνά.
Χρησιμοποιώντας ένα εργαλείο με την ονομασία SnowMapper, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η χιονοκάλυψη έχει μειωθεί κατά 58% τα τελευταία 40 χρόνια, ενώ ο ρυθμός μείωσης έχει επιταχυνθεί από τις αρχές του 21ου αιώνα. Επιπλέον, η περίοδος χιονιού ξεκινά πλέον αργότερα και τελειώνει νωρίτερα.
Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν δορυφορικές εικόνες από αποστολές της NASA και της ESA, όμως επειδή τα σύννεφα ή οι σκιές συχνά εμποδίζουν τη σαφή παρατήρηση, η ομάδα αξιοποίησε μηχανική μάθηση για να καλύψει τα πολλά κενά δεδομένων. Έτσι δημιουργήθηκε ένα εργαλείο που παρέχει ημερήσιους χάρτες χιονοκάλυψης με ανάλυση 100 μέτρων για 10 από τους υψηλότερους ορεινούς σχηματισμούς της Ελλάδας από το 1984 έως το 2025.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η Ελλάδα χάνει τη χειμερινή χιονοκάλυψη ταχύτερα από τις περισσότερες άλλες οροσειρές, κάτι που μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις για τις κοινότητες, τη γεωργία και τη φύση.
Η απώλεια της χιονοκάλυψης στα βουνά του κόσμου αποτελεί ακόμη έναν σημαντικό δείκτη του τρόπου με τον οποίο η κλιματική αλλαγή συνεχίζει να ασκεί πίεση στο φυσικό περιβάλλον, ιδιαίτερα σε χώρες όπως η Ελλάδα, όπου οι υδρολογικές λεκάνες είναι μικρές, οι χειμερινές θερμοκρασίες βρίσκονται ήδη κοντά στο σημείο πήξης και το λιώσιμο των χιονιών συμβάλλει στην προστασία από την ξηρασία κατά τους ζεστούς θερινούς μήνες.
Η μελέτη συνυπογράφεται από τον Κωνσταντίνο Αλεξόπουλο και τον καθηγητή Ίαν Γουίλις του Scott Polar Research Centre του Πανεπιστημίου του Cambridge. Στην ερευνητική ομάδα συμμετείχαν επίσης επιστήμονες από το British Antarctic Survey, το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών και το Ελληνικό Ορειβατικό Παρατηρητήριο.
Η έρευνα χρηματοδοτήθηκε εν μέρει από το Ίδρυμα Μποδοσάκη, το George & George Foundation, το Εθνικό Γεωλογικό Ινστιτούτο της Ελλάδας, το Cambridge Trust και τη Royal Geographical Society.








