Ατμοσφαιρική ρύπανση: Ο ρόλος της στην πρόκληση καρδιαγγειακών νοσημάτων

Σύμφωνα με νέα μελέτη η ατμοσφαιρική ρύπανση συνδέεται με πιο προχωρημένη στεφανιαία νόσο

Νέα έρευνα για την ατμοσφαιρική ρύπανση και τα καρδιακά προβλήματα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό της Ακτινολογικής Εταιρείας της Βόρειας Αμερικής «Radiology».

Η ατμοσφαιρική ρύπανση αποτελεί τον σημαντικότερο περιβαλλοντικό παράγοντα κινδύνου για τα καρδιαγγειακά νοσήματα παγκοσμίως, συμβάλλοντας σε περίπου 2,5 εκατομμύρια θανάτους από καρδιαγγειακά αίτια κάθε χρόνο. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους περιβαλλοντικούς κινδύνους για την υγεία και ο ρόλος της στην πρόκληση εμφραγμάτων και εγκεφαλικών επεισοδίων, θεωρείται καθοριστικός.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της νέας μελέτης, ακόμα και σε μέτρια επίπεδα, η ατμοσφαιρική ρύπανση συνδέεται με πιο προχωρημένη στεφανιαία νόσο.

Όπως υπογράμμισε η επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, Κέιτ Χέινμαν, αντιπρόεδρος και αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Τμήμα Ιατρικής Απεικόνισης του Πανεπιστημίου του Τορόντο «πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες μελέτες που χρησιμοποίησαν αξονική τομογραφία καρδιάς για να δείξουν ότι η ατμοσφαιρική ρύπανση συνδέεται με πιο προχωρημένη στεφανιαία νόσο, εξετάζοντας όχι μόνο την εναπόθεση ασβεστίου αλλά και το συνολικό φορτίο αθηρωματικής πλάκας και την αποφρακτική νόσο σε έναν πληθυσμό με μέτρια επίπεδα έκθεσης που είναι τυπικά για χώρες υψηλού εισοδήματος».

Ατμοσφαιρική ρύπανση και καρδιακά προβλήματα: Η ανάλυση δεδομένων σε 11.128 ενήλικες

Σύμφωνα με πληροφορίες της έκθεσης, η ομάδα που ανέλαβε την έρευνα ανέλυσε δεδομένα από 11.128 ενήλικες οι οποίοι υποβλήθηκαν σε αξονική τομογραφία καρδιάς μεταξύ 2012 και 2023 σε τρία μεγάλα νοσοκομεία του Τορόντο. Με την αξονική τομογραφία οι ερευνητές είχαν τη δυνατότητα να απεικονίσουν άμεσα την αθηροσκλήρωση των στεφανιαίων αρτηριών και να ποσοτικοποιήσουν τις καρδιαγγειακές επιπτώσεις της μακροχρόνιας έκθεσης στην ατμοσφαιρική ρύπανση.

Η ερευνητική ομάδα συνέδεσε τους ταχυδρομικούς κώδικες κατοικίας των ανθρώπων που συμμετείχαν στην ανάλυση με δεδομένα ποιότητας αέρα, ώστε να εκτιμηθεί η μέση έκθεσή τους στην ατμοσφαιρική ρύπανση κατά τη δεκαετία πριν την εξέταση. Ιδιαίτερα έμφαση δόθηκε σε δύο από τους συνηθέστερους ατμοσφαιρικούς ρύπους των αστικών περιοχών: τα αιωρούμενα μικροσωματίδια PM2.5 και το διοξείδιο του αζώτου (NO2).

Στην πορεία, η ομάδα εξέτασε βασικούς δείκτες στεφανιαίας νόσου και οι ερευνητές διαπίστωσαν πως για κάθε αύξηση κατά ένα μικρογραμμάριο ανά κυβικό μέτρο στη μακροχρόνια έκθεση σε PM2.5 παρατηρήθηκε αύξηση κατά 11% στη συσσώρευση ασβεστίου στις στεφανιαίες αρτηρίες, 13% στην πιθανότητα μεγαλύτερου φορτίου αθηρωματικής πλάκας και 23% στην πιθανότητα για αποφρακτική στεφανιαία νόσο. Παρόμοιες τάσεις παρατηρήθηκαν και για την έκθεση στο διοξείδιο του αζώτου, αν και η επίδρασή του ήταν μικρότερη για κάθε μονάδα αύξησης της έκθεσης.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι συσχετίσεις καταγράφηκαν ακόμη και σε επίπεδα ρύπανσης που βρίσκονταν κάτω ή κοντά στα ισχύοντα κανονιστικά όρια. Ο επιστήμονες που συμμετείχαν στην ερευνητική διαδικασία τονίζουν τη σημασία της βελτίωσης της ποιότητας του αέρα για τη μείωση του κινδύνου καρδιαγγειακών παθήσεων.

Με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ

ΜΗ ΧΑΣΕΤΕ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ