Επιμένουν οι κοινωνικές ανισότητες στην Ελλάδα παρά τη βελτίωση των οικονομικών δεικτών
Παρά τη βελτίωση βασικών μακροοικονομικών δεικτών και τη μείωση του δείκτη εισοδηματικής ανισότητας Gini από 0,316 το 2015 σε 0,292 το 2025, η αίσθηση κοινωνικής ανισότητας παραμένει ιδιαίτερα έντονη στην Ελλάδα, σύμφωνα με νέα μελέτη του ΙΟΒΕ.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, σχεδόν το 35% των πολιτών δηλώνει ότι αισθάνεται υποκειμενικά φτωχό, ενώ το 81% θεωρεί ότι οι εισοδηματικές διαφορές στη χώρα είναι υπερβολικά μεγάλες. Τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν, όπως επισημαίνεται, το χάσμα μεταξύ στατιστικών δεικτών και της καθημερινής εμπειρίας των πολιτών.
Πολυδιάστατη εικόνα της ανισότητας
Η μελέτη εξετάζει έξι βασικές διαστάσεις ανισότητας: εισόδημα, εργασία, εκπαίδευση, υγεία, μακροχρόνια φροντίδα και στέγαση, καταλήγοντας ότι η πραγματική εικόνα είναι σημαντικά πιο σύνθετη από ό,τι αποτυπώνεται σε έναν μόνο δείκτη.
Στο πεδίο του εισοδήματος, η έρευνα δείχνει ότι η ανάκαμψη μετά το 2017 δεν είχε ομοιόμορφη επίδραση στο σύνολο του πληθυσμού. Το ποσοστό σχετικής φτώχειας διαμορφώνεται στο 20%, ενώ το ανώτερο 1% των νοικοκυριών συγκεντρώνει το 9,8% του συνολικού εισοδήματος. Ο λόγος εισοδήματος μεταξύ του πλουσιότερου και του φτωχότερου 20% (S80/S20) φθάνει το 5,17.
Περιορισμένη αποτελεσματικότητα των κοινωνικών παροχών
Παρότι οι κοινωνικές παροχές κατευθύνονται κυρίως προς τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, η επίδρασή τους στη μείωση των ανισοτήτων παραμένει περιορισμένη. Για το κατώτερο τεταρτημόριο των νοικοκυριών, οι παροχές αντιστοιχούν στο 76% του ακαθάριστου εισοδήματος, ωστόσο η συμβολή τους στη μείωση του δείκτη Gini καταγράφεται ως χαμηλή σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Διαρθρωτικές αδυναμίες στην αγορά εργασίας
Παρά τη μείωση της ανεργίας τα τελευταία χρόνια, η αγορά εργασίας εξακολουθεί να εμφανίζει σημαντικές δομικές αδυναμίες. Το 24,3% των εργαζομένων είναι αυτοαπασχολούμενοι, έναντι 12,9% στην ΕΕ, ενώ μεγάλο ποσοστό ανέργων παραμένει εκτός αγοράς εργασίας για μακρά χρονικά διαστήματα.
Η Ελλάδα καταγράφει επίσης το τρίτο χαμηλότερο ποσοστό συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό στην Ευρώπη, με τις γυναίκες, τους νέους και τα άτομα με αναπηρία να αντιμετωπίζουν τα μεγαλύτερα εμπόδια ένταξης.
Εκπαίδευση και ανισότητα ευκαιριών
Η διεύρυνση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έχει βελτιώσει το μορφωτικό επίπεδο του πληθυσμού, ωστόσο οι ανισότητες ευκαιριών παραμένουν έντονες. Σύμφωνα με τη μελέτη, η πιθανότητα ενός ατόμου από το χαμηλότερο 50% της εισοδηματικής κατανομής να βρεθεί στο ανώτερο 25% είναι μόλις 11,97%.
Παράλληλα, η εκτεταμένη χρήση φροντιστηρίων και ιδιωτικής εκπαίδευσης εξακολουθεί να ενισχύει τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις.
Ανισότητες στην υγεία και στη φροντίδα
Σημαντικές ανισότητες καταγράφονται και στον τομέα της υγείας. Στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο, το 30% των πολιτών αναφέρει χρόνιο νόσημα, έναντι 18% στο υψηλότερο. Οι ανεκπλήρωτες ανάγκες υγειονομικής περίθαλψης είναι επίσης πολλαπλάσιες στα χαμηλότερα εισοδήματα.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να βασίζεται σε υψηλό ποσοστό ιδιωτικών δαπανών υγείας (3,3% του ΑΕΠ), σημαντικά πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Στον τομέα της μακροχρόνιας φροντίδας ηλικιωμένων, οι δημόσιες δαπάνες περιορίζονται στο 0,2% του ΑΕΠ, από τα χαμηλότερα ποσοστά στην ΕΕ, με αποτέλεσμα το βάρος να μεταφέρεται κυρίως στις οικογένειες και στις γυναίκες. Επιπλέον, το 38% των χαμηλότερων εισοδηματικών στρωμάτων δηλώνει δυσκολίες στην εκτέλεση βασικών καθημερινών δραστηριοτήτων.
Η στέγαση ως οξυμένη μορφή ανισότητας
Ιδιαίτερη πίεση εντοπίζεται στον τομέα της στέγασης. Το 83% των νοικοκυριών κάτω από το όριο της φτώχειας δαπανά δυσανάλογα μεγάλο μέρος του εισοδήματός του για στέγη, έναντι 29% στην ΕΕ.
Παράλληλα, το 36% των φτωχότερων νοικοκυριών δηλώνει αδυναμία επαρκούς θέρμανσης της κατοικίας, με το πρόβλημα να επιδεινώνεται μετά την ενεργειακή κρίση. Η μείωση της ιδιοκατοίκησης και η αυξανόμενη εξάρτηση από οικογενειακή στήριξη ενισχύουν τις διαγενεακές ανισότητες.
Συμπεράσματα και προτάσεις
Η μελέτη καταλήγει ότι η ανισότητα στην Ελλάδα δεν περιορίζεται στο εισόδημα, αλλά αφορά ένα ευρύτερο πλέγμα παραγόντων που επηρεάζουν τις πραγματικές ευκαιρίες των πολιτών.
Για την αντιμετώπιση του προβλήματος, το ΙΟΒΕ προτείνει συνδυασμένες παρεμβάσεις, μεταξύ των οποίων ενίσχυση των κοινωνικών πολιτικών, μείωση φορολογικών και ασφαλιστικών επιβαρύνσεων στην εργασία, περιορισμό της παραοικονομίας, αύξηση της συμμετοχής στην αγορά εργασίας ευάλωτων ομάδων, αναβάθμιση της εκπαίδευσης και της δημόσιας υγείας, καθώς και ανάπτυξη συστήματος μακροχρόνιας φροντίδας και πολιτικών κοινωνικής στέγασης.
Όπως σημειώνεται, μόνο μέσα από συντονισμένες και πολυδιάστατες παρεμβάσεις μπορεί να περιοριστεί ουσιαστικά το χάσμα ευκαιριών και να ενισχυθεί η κοινωνική συνοχή.







