Λίγο μετά τις 9:00 το πρωί οδηγήθηκε στο Αεροδικείο Αθηνών ο 54χρονος σμήναρχος, ο οποίος κατηγορείται ότι προέβη σε κατασκοπευτική δραστηριότητα, μεταβιβάζοντας έναντι χρηματικής αμοιβής διαβαθμισμένες πληροφορίες στην Κίνα.
Σύμφωνα με όσα είχε δηλώσει την προηγούμενη εβδομάδα ο συνήγορός του, ο κατηγορούμενος εμφανίζεται ψύχραιμος και αναμένει την κρίση της Δικαιοσύνης. Την ίδια ώρα, στρατιωτικές πηγές αναφέρουν ότι κατά τον αιφνιδιαστικό έλεγχο στο γραφείο του παραδέχθηκε την παρανομία των ενεργειών του, ενώ φέρεται να ξεκλείδωσε τα αρχεία από το μη δηλωμένο κινητό τηλέφωνο μέσω του οποίου διαβίβαζε απόρρητο υλικό προς το Πεκίνο.
Όπως προκύπτει από πληροφορίες του ΕΡΤnews, το πρόσωπο που φέρεται να τον στρατολόγησε και να λειτουργούσε ως σύνδεσμός του χρησιμοποιούσε το όνομα «Στίβεν». Ωστόσο, στελέχη της ΕΥΠ εκφράζουν σοβαρές επιφυλάξεις ως προς το αν πρόκειται για το πραγματικό του όνομα ή για επιχειρησιακό ψευδώνυμο.
Η μεταξύ τους συνεργασία, η οποία περιελάμβανε συναντήσεις τόσο στην Αθήνα όσο και στο Πεκίνο, αλλά και συνεχή επικοινωνία μέσω κρυπτογραφημένων καναλιών, φέρεται να ξεκίνησε το 2025. Αφετηρία θεωρείται συνάντηση σε γνωστό εστιατόριο στον Πειραιά, όπου τέθηκαν οι βάσεις της επαφής.
Σε αρχικό στάδιο, οι πληροφορίες που διοχετεύονταν αφορούσαν γεωπολιτικές αναλύσεις, με την αμοιβή να κυμαίνεται μεταξύ 500 και 600 ευρώ. Στη συνέχεια, και αφού εδραιώθηκε η μεταξύ τους εμπιστοσύνη, ο σμήναρχος φέρεται να άρχισε να αποστέλλει απόρρητα στρατιωτικά έγγραφα υψηλής εθνικής σημασίας.
Ο «Στίβεν», σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, κατέθετε σε ψηφιακό πορτοφόλι που διατηρούσε ο αξιωματικός σε κρυφό κινητό τηλέφωνο ποσά της τάξεως των 5.000 ευρώ μηνιαίως ή 15.000 ευρώ ανά τρίμηνο. Ο ίδιος φέρεται να έχει ομολογήσει ότι, για να μην κινήσει υποψίες, προχωρούσε σε αναλήψεις μικρών ποσών από ΑΤΜ, συνήθως 200 έως 300 ευρώ, φορώντας μεταμφίεση.
Σε εξέλιξη οι έρευνες
Οι έρευνες της ΕΥΠ, του ΓΕΕΘΑ και ειδικών σε θέματα ηλεκτρονικού εγκλήματος βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη, με τη συνδρομή της Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος. Στο πλαίσιο αυτό εξετάζεται το σύνολο των κατασχεθέντων ψηφιακών μέσων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται:
- το παράνομο κινητό τηλέφωνο με ειδικό λογισμικό,
- ένας φορητός υπολογιστής,
- και πλήθος φορητών μονάδων αποθήκευσης (USB).
Οι αρμόδιοι αναλυτές επιχειρούν να ανακτήσουν κρίσιμα δεδομένα, ώστε να αποτυπωθεί με ακρίβεια το εύρος των πληροφοριών που διέρρευσαν, καθώς και το πλήρες δίκτυο επικοινωνίας μεταξύ του κατηγορουμένου και του φερόμενου συνδέσμου του.








