Σε καθεστώς αναμονής εξακολουθούν να βρίσκονται οι παραγωγοί του κάμπου της Λαψίστας, οι οποίοι πριν από αρκετούς μήνες είδαν τις καλλιέργειές τους να καταστρέφονται, καθώς το νερό άρδευσης είχε μολυνθεί από λύματα και δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί.
Παρά τις συσκέψεις που πραγματοποιήθηκαν και τη συνάντηση των παραγωγών με το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, από τις οποίες προέκυψαν δεσμεύσεις τόσο για την καταβολή αποζημιώσεων όσο και για την υλοποίηση έργων αποκατάστασης, μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει ουσιαστική εξέλιξη. Οι αποζημιώσεις, που σύμφωνα με τις εξαγγελίες έπρεπε να έχουν καταβληθεί έως τα τέλη Ιανουαρίου, παραμένουν σε εκκρεμότητα, ενώ δεν υπάρχει επίσημη ενημέρωση για το ποια από τα εξαγγελθέντα έργα έχουν προχωρήσει ενόψει της νέας καλλιεργητικής περιόδου.
Ο αντιδήμαρχος και παραγωγός Άρης Κασσής δήλωσε ότι η ΔΕΥΑΙ θα είναι σε θέση να παρέχει νερό από τον Βιολογικό Καθαρισμό για άρδευση, ενώ ανέφερε πως έχουν πραγματοποιηθεί εργασίες καθαρισμού της τάφρου. Τόνισε, ωστόσο, την ανάγκη να υπάρξει σαφής ενημέρωση για το ποιες παρεμβάσεις έχουν υλοποιηθεί στον κάμπο της Λαψίστας.
«Οι αποζημιώσεις δεν έχουν ακόμη καταβληθεί και, πέρα από αυτό, πρέπει να γνωρίζουμε τι έχει προχωρήσει από τα έργα που είχαν συζητηθεί. Η καταστροφή στον κάμπο ήταν μεγάλη και πολλοί παραγωγοί αναγκάστηκαν, πέρα από τη ζημιά που υπέστησαν, να πληρώσουν επιπλέον χρήματα για να προμηθευτούν τροφή από άλλες περιοχές ώστε να καλύψουν τις ανάγκες των ζώων τους», υπογράμμισε.
Ο κ. Κασσής πρόσθεσε ότι μέσα στον Μάρτιο αναμένεται και η απόφαση της Διεύθυνσης Υδάτων σχετικά με την καταλληλότητα του νερού που χρησιμοποιείται για το πότισμα των καλλιεργειών στην περιοχή.
Παράλληλα, ως ενεργό μέλος της πτηνοτροφικής κοινότητας, αναφέρθηκε και στους κινδύνους που εγκυμονεί για την ελληνική πτηνοτροφία η συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις χώρες της Mercosur. Επικεντρώθηκε στην επιστολή της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Πτηνοτροφίας (ΕΔΟΠ) προς τον Πρωθυπουργό και το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, επισημαίνοντας ότι ο βασικός προβληματισμός αφορά την αδυναμία πλήρους ελέγχου των εισαγόμενων προϊόντων από τρίτες χώρες.
Όπως σημείωσε, παρότι τυπικά τα εισαγόμενα προϊόντα οφείλουν να πληρούν τους αυστηρούς υγειονομικούς κανόνες της ΕΕ, στην πράξη ο έλεγχος είναι δύσκολος έως και ανεπαρκής, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε υποβάθμιση της ποιότητας των προϊόντων που φτάνουν στον καταναλωτή.
«Οι ευρωπαϊκοί κανόνες για τους παραγωγούς είναι εξαιρετικά αυστηροί και καλύπτουν όλο το φάσμα της παραγωγής, με αντίστοιχα υψηλό κόστος. Πώς θα διασφαλιστεί ότι τα ίδια πρότυπα τηρούνται και στις τρίτες χώρες;», διερωτήθηκε, τονίζοντας την ανάγκη η Ελλάδα, σε συνεργασία με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, να αναλάβει πρωτοβουλίες για την προστασία της εγχώριας παραγωγής και της ποιότητας των προϊόντων.









