Μια σημαντική ανακάλυψη στην αστροχημεία ανακοίνωσαν επιστήμονες, οι οποίοι εντόπισαν το μεγαλύτερο έως σήμερα οργανικό μόριο που περιέχει θείο στο Διάστημα, ένα στοιχείο-κλειδί για τη ζωή. Οι ερευνητές χαρακτηρίζουν το εύρημα καθοριστικό για την κατανόηση των κοσμικών απαρχών της χημείας που οδήγησε στην εμφάνιση της ζωής.
Το θείο, δέκατο σε αφθονία στοιχείο στο Σύμπαν, αποτελεί βασικό συστατικό αμινοξέων, πρωτεϊνών και ενζύμων. Παρότι έχουν ανιχνευθεί μόρια με θείο σε κομήτες και μετεωρίτες, μέχρι σήμερα απουσίαζαν μεγάλα και σύνθετα θειούχα μόρια από το διαστρικό περιβάλλον, δημιουργώντας ένα επιστημονικό αίνιγμα.
Όπως εξηγεί ο επικεφαλής της μελέτης Mitsunori Araki από το Ινστιτούτο Max Planck για την Εξωγήινη Φυσική, το θείο έφτασε στη Γη από το Διάστημα πριν από δισεκατομμύρια χρόνια, ωστόσο η ανίχνευσή του σε σύνθετες μοριακές μορφές ήταν εξαιρετικά περιορισμένη. Η νέα ανακάλυψη, που δημοσιεύθηκε στο Nature Astronomy, ενισχύει την υπόθεση ότι μεγάλο μέρος του θείου παραμένει «κρυμμένο» σε κοσμικούς πάγους και όχι πραγματικά σπάνιο.
Το μόριο που εντοπίστηκε αποτελείται από 13 άτομα και είναι το μεγαλύτερο θειούχο μόριο που έχει καταγραφεί ποτέ στο Διάστημα. Μέχρι σήμερα, το αντίστοιχο ρεκόρ κατείχε μόριο με εννέα άτομα, ενώ τα περισσότερα γνωστά περιείχαν μόλις τρία έως πέντε. Σύμφωνα με τους ερευνητές, η ύπαρξη μεγαλύτερων μορίων γεφυρώνει το χάσμα ανάμεσα στην απλή διαστρική χημεία και στα πιο σύνθετα δομικά στοιχεία της ζωής που έχουν βρεθεί σε κομήτες και μετεωρίτες.
Το συγκεκριμένο μόριο, που περιλαμβάνει άνθρακα, υδρογόνο και θείο και φέρει την ονομασία 2,5-κυκλοεξαδιένιο-1-θειόνη, προστίθεται στον κατάλογο των περισσότερων από 300 μορίων που έχουν μέχρι σήμερα ανιχνευθεί στο Διάστημα. Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η ανακάλυψη αυτή ανοίγει τον δρόμο για τον εντοπισμό ακόμη μεγαλύτερων και πιο σύνθετων θειούχων μορίων στο μέλλον.
Η ανίχνευση έγινε σε μοριακό νέφος κοντά στο κέντρο του Γαλαξία, περίπου 27.000 έτη φωτός από τη Γη. Τα μοριακά νέφη είναι ψυχρές και πυκνές περιοχές αερίων και σκόνης, όπου σχηματίζονται άστρα και, με την πάροδο του χρόνου, πλανητικά συστήματα.
Όπως σημειώνει ο συν-συγγραφέας της μελέτης Valerio Lattanzi, τα υλικά που υπάρχουν σε αυτά τα νέφη μεταφέρονται στους πλανήτες που σχηματίζονται, καθορίζοντας ενδεχομένως τη χημική τους εξέλιξη. Η έρευνα στοχεύει στο να αποσαφηνίσει πώς απλά διαστρικά μόρια μπορούν να εξελιχθούν στα πολύπλοκα συστατικά που απαιτούνται για τη ζωή.
Για την επιβεβαίωση της ανακάλυψης, οι επιστήμονες δημιούργησαν πρώτα το μόριο στο εργαστήριο και κατέγραψαν το χαρακτηριστικό «ραδιοφωνικό» του αποτύπωμα. Στη συνέχεια, το συνέκριναν με δεδομένα από ραδιοτηλεσκόπια στην Ισπανία, επιβεβαιώνοντας την παρουσία του στο διαστρικό νέφος.
Η μελέτη ενισχύει το σενάριο ότι η ζωή στη Γη ενδέχεται να τροφοδοτήθηκε από πολύπλοκα μόρια που μεταφέρθηκαν μέσω κομητών και μετεωριτών, συμπληρώνοντας έναν ακόμη κρίκο στην αλυσίδα που συνδέει το Διάστημα με τη γένεση της ζωής.









