Νέα γενετική έρευνα επιχειρεί να εξηγήσει γιατί ορισμένοι άνθρωποι εμφανίζουν αυξημένη ευαισθησία στον πόνο, αποδίδοντας το φαινόμενο σε μια απρόσμενη πηγή: τη γενετική κληρονομιά των Νεάντερταλ.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Communications Biology και πραγματοποιήθηκε από ερευνητές ευρωπαϊκών πανεπιστημίων, εντοπίζει συγκεκριμένες γενετικές παραλλαγές που φαίνεται να επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο το νευρικό σύστημα αντιλαμβάνεται τον πόνο. Οι παραλλαγές αυτές θεωρείται ότι προέρχονται από διασταυρώσεις ανάμεσα σε Νεάντερταλ και πρώιμους σύγχρονους ανθρώπους, πριν από δεκάδες χιλιάδες χρόνια.
Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκεται το γονίδιο SCN9A, το οποίο διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη μετάδοση των σημάτων πόνου. Το γονίδιο αυτό ρυθμίζει τη λειτουργία διαύλων νατρίου στα νευρικά κύτταρα, επιτρέποντας στον εγκέφαλο να «αντιλαμβάνεται» τον τραυματισμό των ιστών.
Οι επιστήμονες ανέλυσαν τρεις συγκεκριμένες παραλλαγές του SCN9A και διαπίστωσαν ότι άτομα που φέρουν και τις τρεις εμφανίζουν σαφώς χαμηλότερο κατώφλι πόνου, κυρίως σε μηχανικά ερεθίσματα, όπως το τρύπημα του δέρματος. Αντίθετα, δεν παρατηρήθηκε αυξημένη αντίδραση σε ερεθίσματα θερμότητας ή πίεσης.
Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι σε αυτά τα άτομα τα αισθητήρια νεύρα λειτουργούν ως ένα πιο «ευαίσθητο» σύστημα προειδοποίησης, ενεργοποιούμενο άμεσα σε περιπτώσεις πιθανής σωματικής βλάβης.
Η σημασία του γονιδίου SCN9A στη μελέτη του πόνου είναι ήδη γνωστή. Προηγούμενες έρευνες είχαν χαρακτηρίσει τον συγκεκριμένο μηχανισμό κομβικό για την κατανόηση των νευρωνικών οδών του πόνου, με ενδείξεις ότι οι Νεάντερταλ ενδέχεται να βίωναν τον πόνο πιο έντονα από τους σύγχρονους ανθρώπους.
Η νέα μελέτη δείχνει ότι αυτές οι γενετικές παραλλαγές επιβιώνουν μέχρι σήμερα και εμφανίζονται συχνότερα σε πληθυσμούς με υψηλό ποσοστό ιθαγενικής αμερικανικής καταγωγής, ενώ είναι σχετικά σπάνιες στην Ευρώπη. Οι ερευνητές αποδίδουν αυτή τη διαφοροποίηση σε πληθυσμιακά «στενώματα» που σημειώθηκαν κατά την πρώιμη μετανάστευση ανθρώπινων ομάδων προς την αμερικανική ήπειρο.
Παραμένει ανοιχτό το ερώτημα αν η αυξημένη ευαισθησία στον πόνο αποτέλεσε εξελικτικό πλεονέκτημα. Σύμφωνα με τους επιστήμονες, ένα χαμηλότερο κατώφλι πόνου θα μπορούσε να λειτουργεί προστατευτικά σε σκληρά περιβάλλοντα, επιτρέποντας την έγκαιρη αποφυγή τραυματισμών. Δεν αποκλείεται, ωστόσο, να πρόκειται απλώς για ένα εξελικτικό «ίχνος» που διατηρήθηκε χωρίς συγκεκριμένο όφελος.
Σε κάθε περίπτωση, η έρευνα προσθέτει ένα ακόμη κομμάτι στο παζλ της ανθρώπινης εξέλιξης, υπενθυμίζοντας ότι πολλά από τα χαρακτηριστικά μας σήμερα αποτελούν αντανάκλαση ενός βαθιά ριζωμένου και κοινόχρονου παρελθόντος.








