Τη δυνατότητα προσωρινής μείωσης των Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στα καύσιμα εξετάζει η κυβέρνηση, υπό την προϋπόθεση εξασφάλισης σχετικής ευελιξίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς οι τιμές βενζίνης και ντίζελ προσεγγίζουν τα 2 ευρώ ανά λίτρο.
Παρότι μέχρι πρότινος το ενδεχόμενο αυτό απορριπτόταν λόγω υψηλού δημοσιονομικού κόστους, οι εξελίξεις στο ενεργειακό πεδίο επαναφέρουν το μέτρο στο τραπέζι. Στο πλαίσιο αυτό, η ελληνική πλευρά προωθεί πρόταση για θέσπιση ειδικής «ρήτρας διαφυγής» για ενεργειακές δαπάνες, η οποία θα επιτρέπει τη μείωση των φόρων χωρίς να επηρεάζονται οι δημοσιονομικοί στόχοι.
Η πρόταση αναμένεται να τεθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη να έχει ήδη επισημάνει ότι ενδεχόμενες μειώσεις στον ΕΦΚ μπορούν να εξεταστούν μόνο στο πλαίσιο συντονισμένης ευρωπαϊκής απόφασης. Αντίστοιχη θέση διατυπώνεται και από κυβερνητικά στελέχη, τα οποία αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο εφαρμογής πιο στοχευμένων μέτρων στήριξης, όπως επιδοτήσεις τύπου fuel pass, σε περίπτωση που δεν υπάρξει ευρωπαϊκή συμφωνία.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, η μείωση των ΕΦΚ θα μπορούσε να εφαρμοστεί για περιορισμένο χρονικό διάστημα, με στόχο την ανακούφιση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, χωρίς να διαταραχθεί η δημοσιονομική σταθερότητα.
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με υψηλή φορολογία στα καύσιμα. Ο ΕΦΚ ανέρχεται περίπου σε 0,70 ευρώ ανά λίτρο για τη βενζίνη και 0,41 ευρώ για το πετρέλαιο κίνησης, επίπεδα υψηλότερα από αρκετές άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Συνολικά, οι φόροι – συμπεριλαμβανομένων του ΕΦΚ και του ΦΠΑ – αντιστοιχούν στο 55% έως 65% της τελικής τιμής των καυσίμων, γεγονός που επιβαρύνει σημαντικά το κόστος μετακίνησης και παραγωγής, συμβάλλοντας και στις πληθωριστικές πιέσεις.
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι ο ΦΠΑ επιβάλλεται και επί των Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης, αυξάνοντας περαιτέρω τα δημόσια έσοδα. Για το 2026, τα έσοδα από ΦΠΑ που προκύπτουν μόνο από την επιβολή του επί των ΕΦΚ εκτιμάται ότι θα ξεπεράσουν τα 1,7 δισ. ευρώ.
Οι τελικές αποφάσεις αναμένεται να εξαρτηθούν από τις ευρωπαϊκές εξελίξεις, καθώς και από την ανάγκη εξισορρόπησης μεταξύ στήριξης της οικονομίας και διατήρησης της δημοσιονομικής πειθαρχίας.










