Πέμπτη 22.01.2026
More

    Στο 24,6% η επιβάρυνση από το κόστος στέγασης στην Ήπειρο

    Σημαντικές προκλήσεις για την ελληνική οικονομία, την αγορά εργασίας και τις συνθήκες διαβίωσης των εργαζομένων καταγράφει η ενδιάμεση έκθεση του 2025 για την οικονομία και την απασχόληση, την οποία δίνει στη δημοσιότητα το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ.

    Σύμφωνα με τα βασικά συμπεράσματα, η Ελλάδα παρουσιάζει τα τελευταία τρίμηνα ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης υψηλότερους από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κυρίως λόγω της στασιμότητας μεγάλων ευρωπαϊκών οικονομιών. Ωστόσο, η επίδοση αυτή δεν επαρκεί για ουσιαστική σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, καθώς η χώρα εξακολουθεί να υπολείπεται συγκρίσιμων οικονομιών.

    Το χάσμα στο επίπεδο ευημερίας παραμένει έντονο. Το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα διαμορφώθηκε το 2024 περίπου 14.600 ευρώ χαμηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ, ενώ σε όρους αγοραστικής δύναμης ανήλθε στο 68,5% του ευρωπαϊκού μέσου, από 65,5% το 2019. Την ίδια περίοδο, άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης κατέγραψαν ταχύτερη σύγκλιση, γεγονός που αναδεικνύει τη χαμηλότερη δυναμική της ελληνικής οικονομίας.

    Η έκθεση επισημαίνει ότι το αναπτυξιακό πρότυπο παραμένει έντονα καταναλωτικό. Η κατανάλωση των νοικοκυριών αντιστοιχεί στο 67,7% του ΑΕΠ, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ, ενώ οι επενδύσεις, αν και αυξημένες, παραμένουν χαμηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Παράλληλα, το εμπορικό έλλειμμα διευρύνεται, υπογραμμίζοντας τη διαχρονική εισαγωγική εξάρτηση της χώρας.

    Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη σύνθεση των επενδύσεων, καθώς η αύξηση κατευθύνεται κυρίως στην κατοικία και όχι σε τομείς που ενισχύουν την παραγωγικότητα, όπως ο μηχανολογικός εξοπλισμός και η τεχνολογία. Το γεγονός αυτό, σύμφωνα με το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, δεν ευνοεί τον παραγωγικό μετασχηματισμό ούτε τη δημιουργία ποιοτικών θέσεων εργασίας.

    Παρά τη βελτίωση των τελευταίων ετών, οι δείκτες της αγοράς εργασίας εξακολουθούν να υπολείπονται του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Το ποσοστό απασχόλησης το γ΄ τρίμηνο του 2025 διαμορφώθηκε στο 65,6%, χαμηλότερα από την ΕΕ αλλά και από πολλές χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Παράλληλα, το ποσοστό υποαπασχόλησης παραμένει σχετικά υψηλό.

    Ανησυχητική είναι και η εικόνα στους μισθούς. Το 2024, ο μέσος ετήσιος μισθός σε όρους αγοραστικής δύναμης αντιστοιχούσε μόλις στο 59,1% του ευρωπαϊκού μέσου, ενώ το μέσο ωρομίσθιο υπολείπεται σημαντικά εκείνου άλλων ευρωπαϊκών περιφερειών. Οι χαμηλές αποδοχές αντανακλώνται στις συνθήκες διαβίωσης, με υψηλά ποσοστά υλικής και κοινωνικής στέρησης μεταξύ των μισθωτών.

    Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο ζήτημα της στέγασης. Το 2024, το 28,9% του πληθυσμού στη χώρα ζούσε σε νοικοκυριά όπου το στεγαστικό κόστος υπερέβαινε το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος, ποσοστό που παραμένει το υψηλότερο στην ΕΕ, παρά τη μείωσή του σε σχέση με το 2019. Η επιβάρυνση είναι εντονότερη για τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα και για τους ενοικιαστές.

    Σε περιφερειακό επίπεδο, σημαντικές διαφοροποιήσεις καταγράφονται στο κόστος στέγασης. Τα υψηλότερα ποσοστά υπερβολικής επιβάρυνσης εμφανίστηκαν στην Κεντρική Μακεδονία, την Πελοπόννησο και την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη. Αντίθετα, χαμηλότερα ποσοστά καταγράφηκαν στην Κρήτη και στο Νότιο Αιγαίο. Η Περιφέρεια Ηπείρου βρέθηκε μεταξύ των περιοχών με σχετικά χαμηλότερη επιβάρυνση, με ποσοστό 24,6%, κάτω από τον εθνικό μέσο όρο.

    Η έκθεση καταλήγει ότι, παρά τη μακροοικονομική σταθεροποίηση και τους θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, οι διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας εξακολουθούν να επηρεάζουν αρνητικά το βιοτικό επίπεδο και την κοινωνική συνοχή, καθιστώντας αναγκαίες παρεμβάσεις με έμφαση στην παραγωγικότητα, την απασχόληση και την κοινωνική προστασία.

    ΜΗ ΧΑΣΕΤΕ

    ΔΗΜΟΦΙΛΗ