Τα μικροπλαστικά θραύσματα μήκους έως 5 χιλιοστών έχουν καταστεί πλέον πανταχού παρόντα. Κάθε χρόνο εκτιμάται ότι 10 έως 40 εκατομμύρια τόνοι αυτών των σωματιδίων εισέρχονται στο περιβάλλον, με τον ρυθμό αυτό να ενδέχεται να διπλασιαστεί έως το 2040. Πηγές τους είναι τόσο η αποσύνθεση μεγαλύτερων πλαστικών αντικειμένων όσο και η προσθήκη τους σε καθημερινά προϊόντα, όπως καθαριστικά, χρώματα και οδοντόκρεμες.
Η ανησυχία για τις επιπτώσεις στην υγεία αυξάνεται, καθώς μικροπλαστικά έχουν ανιχνευθεί σε τρόφιμα και ποτά από φακελάκια τσαγιού μέχρι θαλασσινά και εμφιαλωμένο νερό. Υπολογίζεται ότι οι ενήλικες καταναλώνουν εβδομαδιαία ποσότητα μικροπλαστικών ίση με μία πιστωτική κάρτα. Μελέτες σε ζώα και ανθρώπινα κύτταρα υποδεικνύουν πιθανές συνδέσεις με καρκίνο, καρδιακά και αναπαραγωγικά προβλήματα, ενώ η άμεση επίδραση στον άνθρωπο παραμένει σε μεγάλο βαθμό άγνωστη.
Η χρήση πλαστικού ξεκίνησε το 1907 με την εφεύρεση του πρώτου συνθετικού πλαστικού από τον Leo Baekeland, και από τη δεκαετία του 1950 η παραγωγή εκτοξεύθηκε, ιδιαίτερα των πλαστικών μιας χρήσης. Ο όρος «μικροπλαστικά» καθιερώθηκε το 2004, ενώ σήμερα αυτά τα σωματίδια εντοπίζονται παντού, από τα βάθη των ωκεανών μέχρι την κορυφή του Έβερεστ.
Η ανθεκτικότητα του πλαστικού εξασφαλίζει μακρά παραμονή στο περιβάλλον, με αποτέλεσμα μικροπλαστικά να έχουν βρεθεί ήδη σε πάνω από 1.300 είδη, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπων. Για να μειώσουμε την έκθεση, οι ειδικοί προτείνουν την αποφυγή πλαστικών μαγειρικών σκευών και προϊόντων μιας χρήσης, τη χρήση γυάλινων ή μεταλλικών δοχείων, ρούχων από φυσικές ίνες και τη μαγειρική στο σπίτι όσο το δυνατόν περισσότερο. Η φθορά και η θέρμανση των πλαστικών αυξάνουν τη διαρροή μικροπλαστικών, επομένως είναι καλύτερο να μην επαναχρησιμοποιούνται φθαρμένα αντικείμενα και να αποφεύγεται η χρήση τους στον φούρνο μικροκυμάτων.
Παρά την παρουσία μικροπλαστικών στο σώμα μας, η σωστή διατροφή, ο επαρκής ύπνος και η μείωση του στρες μπορούν να βοηθήσουν τον οργανισμό να αντιμετωπίσει τις πιθανές επιπτώσεις.








