Με την έναρξη του νέου έτους τέθηκε σε εφαρμογή η ρύθμιση για τις διαγραφές φοιτητών από τα δημόσια Πανεπιστήμια, η οποία αφορά συνολικά 308.605 εγγεγραμμένους. Η απόφαση έχει προκαλέσει αντιδράσεις, με τη Νέα Αριστερά να κάνει λόγο για πολιτική επιλογή με κοινωνικές και ταξικές επιπτώσεις στην ανώτατη εκπαίδευση.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση του κόμματος, οι διαγραφές δεν αντιμετωπίζουν τα βασικά προβλήματα των ΑΕΙ, όπως η χρόνια υποχρηματοδότηση, οι ελλείψεις σε διδακτικό και διοικητικό προσωπικό, καθώς και η απουσία επαρκούς φοιτητικής μέριμνας και στέγης. Αντίθετα, υποστηρίζεται ότι πλήττουν κυρίως φοιτητές που εργάζονται παράλληλα με τις σπουδές τους, σπουδάζουν μακριά από τον τόπο κατοικίας τους ή αντιμετωπίζουν οικονομικές, οικογενειακές ή υγειονομικές δυσκολίες.
Η Νέα Αριστερά αμφισβητεί επίσης το επιχείρημα περί δημοσιονομικού κόστους, επισημαίνοντας ότι οι λεγόμενοι «ανενεργοί» φοιτητές δεν επιβαρύνουν ουσιαστικά τον κρατικό προϋπολογισμό. Όπως αναφέρεται, το ζήτημα δεν είναι οικονομικό, αλλά αφορά τον χαρακτήρα του δημόσιου Πανεπιστημίου και τον βαθμό προσβασιμότητάς του.
Στο ίδιο πλαίσιο, το κόμμα συνδέει τη συγκεκριμένη ρύθμιση με προηγούμενες κυβερνητικές παρεμβάσεις στην ανώτατη εκπαίδευση, όπως η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής, τα πειθαρχικά μέτρα, η αστυνόμευση των ΑΕΙ και η θεσμική προώθηση των ιδιωτικών πανεπιστημίων. Κατά την εκτίμησή του, πρόκειται για μια συνολική στρατηγική που οδηγεί στην υποβάθμιση του δημόσιου Πανεπιστημίου.
Η Νέα Αριστερά δηλώνει ότι αντιτίθεται σε αυτή την πολιτική και υποστηρίζει το δημόσιο Πανεπιστήμιο ως κοινωνικό δικαίωμα, τονίζοντας ότι η Παιδεία δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με όρους κόστους.








