Αν κάνουμε την ερώτηση «Πότε θα τελειώσει όλο αυτό;», θα υπάρξουν τουλάχιστον τρεις άνθρωποι που θα ζητήσουν διευκρίνιση. Ποιο να τελειώσει; Η πανδημία, η ακρίβεια ή ο πόλεμος; Φτάσαμε στο σημείο που ακόμα κι ένα ερώτημα δεν είναι σίγουρο ότι περιγράφει μια και μόνο κατάσταση. Και μάλλον μέσα στο όλον, πρέπει να αποδεχτούμε ότι θα περιλαμβάνονται παραπάνω από μία αρνητικές συνθήκες. Οι οποίες περιγράφουν και πολλά περισσότερα από τα τρία μεγάλα προβλήματα. Γιατί δίπλα στην πανδημία, την ακρίβεια και τον πόλεμο, υπάρχουν και οι ανασφάλειες για την εργασία ή την επιβίωση της επιχείρησης, οι ψυχολογικές αντοχές όλων μας, οι συνέπειες σε πολλές από τις άλλες κοινωνικές εκφάνσεις κλπ
Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, γίνεται ολοένα και πιο φανερό ότι δεν υπάρχει μία απάντηση. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει «πότε θα τελειώσει» όλο αυτό. Και αυτή η ασάφεια, το μετέωρο, το άγνωστο κάνει ακόμα χειρότερα τα πράγματα. Αν δεν πατάς σε ένα έστω στέρεο κομμάτι του εδάφους, δεν μπορείς να προχωρήσεις και στα επόμενα για να βρεις διέξοδο.
Η κατάσταση αυτή, αν τη δούμε από την πολιτική ματιά, από το ζήτημα της δημοκρατίας, παράγει ήδη ένα αρνητικό αποτέλεσμα που είναι η μετατροπή του πολίτη σε παθητικό δέκτη των εξελίξεων. Ο πολίτης στις σημερινές δημοκρατίες ήταν ήδη παθητικός και αποκομμένος από τα κέντρα λήψης αποφάσεων, τα οποία όλο και περισσότερο δεν εξαρτώνται καν από αιρετούς θεσμούς, ενώ και η πραγματική ισχύς του χρήματος και του πλούτου είναι συγκεντρωμένη σε ένα πολύ μικρό κέντρο ανά τον πλανήτη.
Τώρα τα πράγματα γίνονται ακόμα χειρότερα γιατί συνυπάρχει η αγωνία για την Υγεία και ο φόβος του πολέμου. Η πραγματικότητα μιλάει πλέον στα κατάβαθα των ψυχών των ανθρώπων.
Κατά συνέπεια, η όποια επίκληση της επιστροφής στην κανονικότητα, πρέπει να λαμβάνει πια υπόψη και την πολύ μεγάλη απόσταση που χωρίζει τον πολίτη από τα τεκταινόμενα και τις αποφάσεις που λαμβάνονται για αυτόν. Αναδύεται ένα σοβαρό ζήτημα δημοκρατίας που μένει στην άκρη όμως μπροστά στο επείγον της συγκυρίας. Για πόσο όμως;
Του ΦΙΛΗΜΟΝΑ ΚΑΡΑΜΗΤΣΟΥ