Ερευνητές στο Institute of Cancer Research του Λονδίνου ανέπτυξαν μια απλή εξέταση αίματος που μπορεί να εκτιμήσει νωρίς κατά πόσο ένας ασθενής με προχωρημένο καρκίνο μαστού θα ανταποκριθεί στη θεραπεία του. Η μέθοδος βασίζεται στην ανάλυση του κυκλοφορούντος καρκινικού DNA (ctDNA), δηλαδή μικρών τμημάτων γενετικού υλικού που απελευθερώνονται στο αίμα από τα καρκινικά κύτταρα.
Η μελέτη, που παρουσιάζεται στο βρετανικό μέσο Guardian, περιέλαβε 167 ασθενείς οι οποίοι υποβλήθηκαν σε εξέταση πριν την έναρξη της θεραπείας και ξανά μετά από έναν κύκλο αγωγής, τέσσερις εβδομάδες αργότερα. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα χαμηλά επίπεδα ctDNA στην αρχή της θεραπείας συνδέονται με καλύτερη ανταπόκριση, ενώ αντίστοιχα αποτελέσματα παρατηρήθηκαν και μετά τον πρώτο μήνα.
Οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι η έγκαιρη εκτίμηση της ανταπόκρισης θα επιτρέψει στους γιατρούς να αλλάζουν θεραπευτικό πλάνο πιο γρήγορα, αποφεύγοντας φάρμακα που δεν αποδίδουν και δίνοντας τη δυνατότητα επιλογής εναλλακτικών θεραπειών ή συμμετοχής σε κλινικές δοκιμές.
Στη μελέτη συμμετείχαν ασθενείς με διαφορετικούς τύπους καρκίνου μαστού, ανάλογα με τις γενετικές μεταλλάξεις που παρουσίαζαν. Σε μια ομάδα με τριπλά αρνητικό καρκίνο μαστού, τα χαμηλά επίπεδα ctDNA πριν τη θεραπεία συνδέθηκαν με μεγαλύτερο διάστημα χωρίς εξέλιξη της νόσου και υψηλότερο ποσοστό ανταπόκρισης. Αντίστοιχα, σε ασθενείς που είχαν ανιχνεύσιμο ctDNA μετά από τέσσερις εβδομάδες, η εξέλιξη της νόσου ήταν ταχύτερη.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι η μέθοδος θα μπορούσε να εφαρμοστεί και σε πρώιμα στάδια της νόσου και ότι η υγρή βιοψία μπορεί να συμβάλει στη γρηγορότερη και πιο εξατομικευμένη λήψη αποφάσεων για τη θεραπεία.









