Τρίτη 10.03.2026
More

    Κάθε μέρα, να επιζείς

    Σκέφτομαι πώς να κρυφτώ. Να περάσει από πάνω μου όλο αυτό, να μην χρειαστεί να είμαι μπροστά, να μην αναλάβω τίποτα, να καλυφτώ, να γλυτώσω. Θέλω λίγο χώρο, λίγο δικό μου χρόνο, κάτι να με κρατήσει, να μου δώσει κάτι για να συνεχίσω. Το γιατί να συνεχίζω.

    Η Βασιλική Πέτσα με το «Δεν θ’ αργήσω» (εκδόσεις Πόλις), έγραψε το σημαντικότερο μυθιστόρημα των τελευταίων χρόνων στη χώρα μας, με έναν αθόρυβο τρόπο, σαν μια σιωπή από αυτές που ζουν οι ήρωές της, ένα υπόκωφο βογγητό, την ίσια γραμμή ενός παλμογράφου που το λένε ζωή, αλλά δεν είναι παρά αυτή η απόγνωση του «τίποτα δεν θα αλλάξει ποτέ», σαν να είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε ξανά και ξανά τα βαθιά ρήγματα που έχει αφήσει μέσα μας η απώλεια, η απουσία του μέλλοντος, το κλείσιμο κάθε δρόμου.

    Απαισιόδοξο. Είναι, άλλα όχι και κατ’ ανάγκη καταθλιπτικό κι ας γυρνάει στον ουρανό της πόλης η κατάθλιψη σαν ένα σύννεφο που ποτέ δεν φέρνει τη λυτρωτική βροχή. Μπορούμε να συνεχίσουμε να ζούμε, όταν η ρωγμή στο χρόνο χάσκει εκεί, ανεπούλωτη, ένα βαθύ χάσμα μέσα μας που δεν καλύπτεται ποτέ όσο κι αν προσπαθούμε κάθε μέρα να κάνουμε πως δεν υπάρχει με όλα αυτά που τα λέμε καθημερινότητα και τρόπο ζωής.

    Προσπαθώ να γράψω εδώ και καιρό κάτι περισσότερο για το βιβλίο της Βασιλικής Πέτσα, κάτι που να δείχνει πόσο μας αφορά αυτό που διηγείται, πέρα από το γεγονός, πέρα από την ίδια την ιστορία της.

    Γιατί αυτό που μου έμαθε αυτό το βιβλίο, αυτό που κάνει να θέλω να πω, είναι ότι δεν υπάρχει ένα ανεπανάληπτο γεγονός που αλλάζει τη ζωή μας για πάντα, ότι δεν υπάρχει κάτι καινοφανές, ένα «τραύμα» που θα τα εξηγεί όλα και για πάντα.

    Οι περισσότεροι από εμάς ζούμε μικρές ζωές, καθημερινές, χωρίς σημαντικά και ξεχωριστά πράγματα, σαν αυτά που ταρακουνάνε τον κόσμο ή και την πόλη μας. Με αυτές τις απλές ζωές καλούμαστε να τα βγάλουμε πέρα. Αλλά αυτές οι ζωές μας είναι γεμάτες ρήγματα, γεμάτες μικρές πληγές, γεμάτες ματαιώσεις που παλεύουν να ισοφαριστούν από τις μικρές χαρές, από τις συγκινήσεις μας από τις προσδοκίες και τα κρυφά μας όνειρα, από τις επιθυμίες που ψάχνουμε να τις δούμε να γίνονται πράξεις. Τι πόλεμος που είναι αυτή η απλή ζωή μας κάθε μέρα.

    Στο «Δεν θ’ αργήσω» το επίκεντρο είναι ένα πραγματικά τραγικό γεγονός, η τραγωδία στο Χίλσμπορο όταν στις 15 Απριλίου του 1989, 97 οπαδοί της Λίβερπουλ σκοτώθηκαν στις κερκίδες, συμπιεζόμενοι μέσα στο πλήθος, σε μία τραγωδία που ως και σήμερα είναι υπό έρευνα και βρίσκεται συνέχεια στην επικαιρότητα. Πώς γίνεται να χάνεις τη ζωή σου πηγαίνοντας να δεις μπάλα στο γήπεδο; Για εμάς ειδικά που μεγαλώσαμε τη δεκαετία του ’80, αυτή η τραγωδία, όπως κι εκείνη που προηγήθηκε στο Χέιζελ τέσσερα χρόνια πριν, με τις εικόνες που όλοι μας παρακολουθήσαμε στις οθόνες μας, έχει καλύψει το φαντασιακό μας, είναι κομμάτι της μνήμης μας για πάντα. Είναι ένα τραύμα για όλους μας ακόμα κι αν δεν το αποκαλούμε ή δεν το αισθανόμαστε έτσι. Και μας θυμίζει κι όταν ήμασταν παιδιά, το 1981 και τους 21 νεκρούς στη θύρα 7 στο Καραϊσκάκη.

    Όπως φαίνεται, αυτά τα τραυματικά γεγονότα δεν είναι και τόσο μακριά μας όσο νομίζουμε. Στους καιρούς μας άλλωστε, οι εμπειρίες γίνονται όλο και περισσότερο κοινές μέσα από τα μέσα ενημέρωσης και τη θεαματικοποίηση κάθε κοινωνικής πτυχής.

    Αλλά, η Βασιλική Πέτσα, δεν γράφει για τα γεγονότα σαν χρονικό, αν και έχει μία καταπληκτική σκηνή στο τέλος με το πώς μπήκαν μέσα στο γήπεδο οι φίλαθλοι. Γράφει για τις απώλειες όσων επέζησαν, το πώς έζησαν και πώς βίωσαν ένα κόσμο που τους έλειπαν οι φίλοι τους, τον κόσμο της επόμενης ημέρας, μετά από εκείνη την αμέριμνη ώρα που σημασία είχε να πας απλώς στο γήπεδο για να δεις την ομάδα σου. Γράφει για το πώς είναι να επιζείς.

    Κι αυτό που με ακολουθεί σχεδόν δύο χρόνια τώρα που διάβασα το βιβλίο της είναι αυτή η αίσθηση ότι όλοι μας πια είμαστε επιζήσαντες, ότι οι ζωές μας είναι ένας μεγάλος αγώνας για να τα βγάλουμε πέρα παλεύοντας με τις ελλείψεις μας, με τις αγωνίες μας, με τους φόβους μας και τα μεγάλα και μικρά άγχη μας. Να τα καταφέρουμε. Να κάνουμε κάτι. Ή να μην κάνουμε τίποτα, να μας αφήσουν ήσυχους. Να μη μας θυμίζουν κάθε μέρα ότι δεν υπάρχουν δουλειές, ότι δεν βγαίνει ο μήνας, ότι είναι τόσο δύσκολο να συνομιλήσουμε με τον άλλο. Κι όλα αυτά μόνοι μας, χωρίς να υπάρχει κάποιος «ένοχος», χωρίς να εξηγούνται τα αίτια και οι ευθύνες όσων ελέγχουν τις ζωές μας, την οικονομία, τις αγορές και τις μεγάλες πολιτικές του πλανήτη. Σαν να έχουμε ενσωματώσει μέσα μας την ήττα μας και την αντίληψη ότι εμείς μόνο είμαστε υπεύθυνοι για αυτήν, ότι εμείς φταίμε για όλα, γιατί «δεν υπάρχει λαός» κι όλο αυτό το «μεγάλο πλιάτσικο» γύρω μας είναι το αυτονόητο δικαίωμα στον πλούτο και την εξουσία ενός αόρατου κόσμου που δεν ζει στις γειτονιές μας, δεν ζει τις ζωές μας, ζει «αλλού». Εμείς εδώ, μονάχοι μας κοιτάμε από ένα στενό παράθυρο στο γκαράζ, τον ουρανό να έχει κάτσει από πάνω μας.

     

     

    ΦΙΛΗΜΩΝ ΚΑΡΑΜΗΤΣΟΣ

    από την εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» 10-3-2026

    ΜΗ ΧΑΣΕΤΕ

    ΔΗΜΟΦΙΛΗ