Το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Ασφάλεια των Δημοσιογράφων που εκπονήθηκε από τη Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης παρουσιάστηκε σε ημερίδα ως αφετηρία μιας ευρείας θεσμικής διαβούλευσης. Κατά την έναρξη της ημερίδας, ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ και κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, υπογράμμισε ότι η πρωτοβουλία δεν αποτελεί απλώς μία τυπική συμμόρφωση της πολιτείας προς τις ευρωπαϊκές και νομοθετικές της υποχρεώσεις, αλλά μια συνειδητή πολιτική επιλογή με στόχο την ενίσχυση της ασφάλειας των λειτουργών της ενημέρωσης και τη διασφάλιση της ποιοτικής ενημέρωσης των πολιτών.
Όπως ανέφερε, «η σημερινή πρωτοβουλία και όλη αυτή η στόχευση που έχουμε βάλει με το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Ασφάλεια των Δημοσιογράφων δεν αποτελεί μόνο μία υποχρέωση. Σίγουρα είναι και μια υποχρέωση, αλλά αποτελεί και μία νομική δέσμευση, μία νομοθετική υποχρέωση». Η κυβέρνηση, όπως είπε, επέλεξε να υπερβεί τα ελάχιστα απαιτούμενα όρια εφαρμογής, συγκεντρώνοντας κάτω από μία ενιαία στρατηγική όλες τις σχετικές νομοθετικές, θεσμικές και πολιτικές παρεμβάσεις που έχουν υλοποιηθεί ή δρομολογούνται στον χώρο της ενημέρωσης.
Ο κ. Μαρινάκης τόνισε ότι το σχέδιο διαμορφώνεται μέσα από μια διαδικασία συνεργασίας μεταξύ της πολιτείας, των δημοσιογραφικών ενώσεων, της ακαδημαϊκής κοινότητας και διεθνών οργανισμών, όπως ο ΟΑΣΕ και το Συμβούλιο της Ευρώπης. Υπογράμμισε ακόμα ότι η κυβέρνηση επέλεξε μια προσέγγιση «από τα κάτω προς τα πάνω», επιδιώκοντας το τελικό κείμενο να μην αποτυπώνει απλώς κυβερνητικές αποφάσεις, αλλά μια ευρύτερη κοινωνική συναίνεση.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις παρεμβάσεις που έχουν ήδη υλοποιηθεί τα τελευταία χρόνια στον τομέα της προστασίας των δημοσιογράφων.
Μεταξύ άλλων, στάθηκε στην κατάργηση του αδικήματος της απλής δυσφήμισης, στην αυστηροποίηση των ποινών για επιθέσεις κατά δημοσιογράφων, στη θέσπιση ειδικού αδικήματος για απειλές σε αθλητικογράφους, στη δημιουργία Παρατηρητηρίου για τις καταχρηστικές αγωγές (SLAPPs), καθώς και στην ενσωμάτωση της σχετικής ευρωπαϊκής οδηγίας στην ελληνική νομοθεσία.
«Ξεκινήσαμε σε συνεργασία με το υπουργείο Δικαιοσύνης και κάναμε πολύ μεγάλες αλλαγές. Καταργήσαμε το αδίκημα της απλής δυσφήμισης. Αυστηροποιήσαμε τις ποινές για επιθέσεις σε δημοσιογράφους. Δημιουργήσαμε ένα παρατηρητήριο για τις καταχρηστικές αγωγές που έχουν καταντήσει εργαλείο εκφοβισμού», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι το υπό διαμόρφωση Εθνικό Σχέδιο Δράσης αποτελεί προϊόν συλλογικής επεξεργασίας και όχι αποκλειστικά κυβερνητικής πρωτοβουλίας. Όπως σημείωσε, η σύσταση της ειδικής Task Force για την ασφάλεια των δημοσιογράφων επέτρεψε για πρώτη φορά τη θεσμική συμμετοχή των ίδιων των δημοσιογράφων και των επαγγελματικών τους ενώσεων στη διαμόρφωση των προτεινόμενων μέτρων.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αναφέρθηκε επίσης σε σειρά νομοθετικών πρωτοβουλιών που αφορούν τη λειτουργία των μέσων ενημέρωσης, τις εργασιακές σχέσεις στον δημοσιογραφικό κλάδο, τις ρυθμίσεις για τις εφημερίδες, τις ενημερωτικές ιστοσελίδες και τη δημόσια ραδιοτηλεόραση. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στις παρεμβάσεις που αποσκοπούν στην προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων στα ΜΜΕ και στην αποτροπή της αμισθί αξιοποίησης της εργασίας τους σε πολλαπλά μέσα ενημέρωσης.
Ο υφυπουργός στάθηκε παράλληλα ιδιαίτερα στο ζήτημα των επιθέσεων που δέχονται οι δημοσιογράφοι, τόσο στον φυσικό όσο και στον ψηφιακό χώρο. Υποστήριξε ότι κάθε μορφή επίθεσης, ανεξαρτήτως του ποιος είναι ο αποδέκτης ή ποια είναι η πολιτική του τοποθέτηση, πρέπει να αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο φαινόμενο των ανώνυμων επιθέσεων μέσω διαδικτύου και κοινωνικών δικτύων, το οποίο χαρακτήρισε ως έναν «ελέφαντα στο δωμάτιο» για τον οποίο επί χρόνια δεν υπήρχε ουσιαστική δημόσια συζήτηση. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι διαδικτυακές επιθέσεις δεν πλήττουν μόνο πολιτικούς και δημοσιογράφους, αλλά συνολικά τους πολίτες που συμμετέχουν στον δημόσιο διάλογο.
Στο πλαίσιο αυτό επανέφερε την πρόταση της κυβέρνησης για την ταυτοποίηση των χρηστών στις ψηφιακές πλατφόρμες, διευκρινίζοντας ότι δεν πρόκειται για κατάργηση της δυνατότητας χρήσης ψευδωνύμου, αλλά για τη δυνατότητα των ίδιων των πλατφορμών να γνωρίζουν ποιος βρίσκεται πίσω από κάθε λογαριασμό.
«Δεν μιλάμε για άρση ανωνυμίας. Μιλάμε για το να ξέρουν οι πλατφόρμες ποιος βρίσκεται πίσω από κάθε προφίλ», ανέφερε, υποστηρίζοντας ότι η αντιμετώπιση της διαδικτυακής παρενόχλησης αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την προστασία της ελευθερίας της έκφρασης και της δημοσιογραφικής εργασίας.
Ολοκληρώνοντας την τοποθέτησή του, ο κ. Μαρινάκης απηύθυνε κάλεσμα στους δημοσιογράφους, στις επαγγελματικές ενώσεις και στους εμπλεκόμενους φορείς να συμμετάσχουν ενεργά στη διαδικασία διαβούλευσης, καταθέτοντας προτάσεις, παρατηρήσεις και διαφωνίες όπου κρίνουν απαραίτητο.
«Μην ακούσετε απλώς. Μιλήστε, τοποθετηθείτε, διαφωνήστε αν χρειαστεί. Αυτή η διαβούλευση έχει νόημα μόνο αν το τελικό κείμενο φέρει τα ίχνη της σημερινής συνομιλίας και όλων όσων θα ακολουθήσουν», δήλωσε.
Κλείνοντας, υπογράμμισε ότι η αξιοπιστία του Εθνικού Σχεδίου Δράσης δεν θα κριθεί από την κυβερνητική υπογραφή, αλλά από το κατά πόσο οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι θα το αναγνωρίσουν ως δικό τους εργαλείο προστασίας και ενίσχυσης της δημοσιογραφικής ανεξαρτησίας. «Το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Ασφάλεια των Δημοσιογράφων δεν θα είναι αξιόπιστο επειδή θα το υπογράψουμε εμείς. Θα είναι αξιόπιστο όταν το αναγνωρίσετε εσείς ως δικό σας», κατέληξε.
Στη σημασία της ελευθερίας του Τύπου ως θεμελιώδους πυλώνα της δημοκρατίας, αλλά και στις πρωτοβουλίες της κυβέρνησης για την προστασία των δημοσιογράφων και την αντιμετώπιση των καταχρηστικών αγωγών (SLAPPs), αναφέρθηκε ο υφυπουργός Δικαιοσύνης, Ιωάννης Μπούγας, κατά την παρουσίαση του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για την Ασφάλεια των Δημοσιογράφων.
Όπως επισήμανε, η ελευθερία της έκφρασης και η ελευθερία του Τύπου κατοχυρώνονται τόσο από το ελληνικό Σύνταγμα όσο και από το ευρωπαϊκό δίκαιο, ενώ η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει αναδείξει τον ρόλο του Τύπου ως «δημοσίου θεματοφύλακα της δημοκρατίας».
«Η ελευθερία έκφρασης περιλαμβάνει όχι μόνο ιδέες που γίνονται ευμενώς δεκτές και θεωρούνται ουδέτερες ή αδιάφορες, αλλά και εκείνες που προσβάλλουν, σοκάρουν ή αναστατώνουν. Αυτό επιβάλλει ο πλουραλισμός, η ανεκτικότητα και το ευρύ πνεύμα, χωρίς τα οποία δεν μπορεί να υπάρξει δημοκρατική κοινωνία», ανέφερε.
Ο κ. Μπούγας υπογράμμισε ότι η ασφάλεια των δημοσιογράφων δεν αποτελεί μόνο ζήτημα ατομικής προστασίας, αλλά βασική προϋπόθεση για τη διασφάλιση της ελεύθερης έκφρασης και της εύρυθμης λειτουργίας της δημοκρατίας.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο φαινόμενο των καταχρηστικών αγωγών, οι οποίες, όπως σημείωσε, χρησιμοποιούνται συχνά ως μέσο εκφοβισμού δημοσιογράφων, ερευνητών και πολιτών που συμμετέχουν στον δημόσιο διάλογο.
«Οι αγωγές αυτές έχουν ως σκοπό όχι την προστασία της προσωπικότητας του παθόντος, αλλά τον εκφοβισμό ή και την οικονομική εξουθένωση εκείνων εναντίον των οποίων στρέφονται», τόνισε.
Αναφερόμενος στην ευρωπαϊκή Οδηγία για την αντιμετώπιση των SLAPPs, επισήμανε ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των πρώτων κρατών-μελών που προχωρούν στην ενσωμάτωσή της στο εθνικό δίκαιο. Όπως γνωστοποίησε, το σχετικό σχέδιο νόμου έχει ήδη εγκριθεί από το υπουργικό συμβούλιο και αναμένεται να τεθεί άμεσα σε δημόσια διαβούλευση, με στόχο να ψηφιστεί μέσα στο καλοκαίρι.
Σύμφωνα με τον υφυπουργό Δικαιοσύνης, το νομοσχέδιο προβλέπει την πρόωρη απόρριψη προδήλως αβάσιμων αγωγών, τη θέσπιση σύντομων διαδικασιών για την ταχύτερη εκδίκασή τους, καθώς και αυστηρότερες συνέπειες για όσους επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν τη δικαστική διαδικασία ως εργαλείο εκφοβισμού.
Ιδιαίτερη σημασία, όπως ανέφερε, έχει το γεγονός ότι οι νέες ρυθμίσεις δεν θα εφαρμόζονται μόνο σε διασυνοριακές υποθέσεις, όπως προβλέπει η ευρωπαϊκή οδηγία, αλλά και σε αμιγώς εθνικές υποθέσεις. «Πάμε λοιπόν ένα βήμα παραπέρα από την απλή συμμόρφωση προς τις διατάξεις της οδηγίας», σημείωσε.
Παράλληλα, υπενθύμισε την κατάργηση του αδικήματος της απλής δυσφήμησης, υποστηρίζοντας ότι η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση ενίσχυσε την προστασία όσων συμμετέχουν στον δημόσιο διάλογο και συνέβαλε στην αποτροπή καταχρηστικών πρακτικών.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο γεγονός ότι οι νέες ρυθμίσεις δεν θα περιοριστούν στις διασυνοριακές υποθέσεις που προβλέπει η ευρωπαϊκή οδηγία, αλλά θα εφαρμοστούν και σε αμιγώς εσωτερικές υποθέσεις.
«Οι ρυθμίσεις δεν περιορίζονται μόνο στις διασυνοριακές διαφορές, αλλά επεκτείνονται και σε αμιγώς εθνικές υποθέσεις, διευρύνοντας ουσιαστικά το πεδίο προστασίας των διατάξεων της οδηγίας. Πάμε λοιπόν ένα βήμα παραπέρα από την απλή συμμόρφωση προς τις διατάξεις της οδηγίας», υπογράμμισε.
Ο υφυπουργός αναφέρθηκε και στις ήδη υφιστάμενες εγγυήσεις που παρέχει η ελληνική έννομη τάξη υπέρ της ελευθερίας του Τύπου. Όπως ανέφερε, η νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων δείχνει ότι οι αγωγές με χαρακτηριστικά SLAPP σπάνια γίνονται δεκτές, ενώ τα ποσά των αποζημιώσεων που επιδικάζονται παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα και συχνά μειώνονται περαιτέρω στα ανώτερα δικαστήρια.
Πρόοδος στο κράτος δικαίου
Στην πρόοδο που έχει σημειώσει η Ελλάδα στον τομέα της ελευθερίας του Τύπου, της προστασίας των δημοσιογράφων και της ενίσχυσης του Κράτους Δικαίου αναφέρθηκε η Γενική Γραμματέας Επικοινωνίας και Ενημέρωσης, Εύη Δραμαλιώτη, κατά την παρουσίαση του Εθνικού Σχεδίου Δράσης για την Ασφάλεια των Δημοσιογράφων.
Η κ. Δραμαλιώτη υπογράμμισε ότι η χώρα καταγράφει σημαντική πρόοδο στην υλοποίηση των συστάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το κράτος δικαίου, συγκαταλεγόμενη μεταξύ των κρατών-μελών που έχουν επιτύχει τις καλύτερες επιδόσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο.








