Εκτός του πολυνομοσχεδίου του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών που κατατέθηκε στη Βουλή έμεινε τελικά η διάταξη που προέβλεπε την υποχρεωτική χρήση ηλεκτρονικών πληρωμών στις παραδόσεις προϊόντων μέσω εταιρειών ταχυμεταφορών, αποκλείοντας την εξόφληση με μετρητά.
Η απόφαση να αποσυρθεί η ρύθμιση ήρθε έπειτα από τις αντιδράσεις που διατυπώθηκαν κατά τη δημόσια διαβούλευση, αλλά και τα νομικά και πρακτικά ζητήματα που εντοπίστηκαν. Έτσι, η πληρωμή με μετρητά κατά την παράδοση δεμάτων εξακολουθεί να επιτρέπεται.
Η πρόταση προέβλεπε ότι κάθε παραγγελία που αποστέλλεται μέσω courier και εξοφλείται κατά την παραλαβή της θα έπρεπε να πληρώνεται αποκλειστικά με κάρτα ή άλλο ηλεκτρονικό μέσο, ανεξάρτητα από την αξία της. Επιδίωξη ήταν η ενίσχυση των ηλεκτρονικών συναλλαγών και ο περιορισμός της φοροδιαφυγής.
Ωστόσο, η ρύθμιση προκάλεσε αντιδράσεις στην αγορά, καθώς θα δημιουργούσε διαφορετικούς κανόνες πληρωμής για αγορές ίσης αξίας, ανάλογα με τον τρόπο πραγματοποίησης και παράδοσής τους.
Με το ισχύον καθεστώς, οι συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων και ιδιωτών μπορούν να εξοφλούνται με μετρητά όταν η αξία τους δεν υπερβαίνει τα 500 ευρώ. Επομένως, ένας καταναλωτής μπορεί να πληρώσει με μετρητά ένα προϊόν αξίας 200 ευρώ σε φυσικό κατάστημα. Αντίθετα, με την υπό απόσυρση διάταξη, η ίδια αγορά μέσω ηλεκτρονικού καταστήματος θα έπρεπε να εξοφληθεί ηλεκτρονικά, ακόμη και αν το προϊόν κόστιζε μόλις 10 ή 20 ευρώ.
Η πρόταση δεν καταργούσε την αντικαταβολή ως τρόπο εξόφλησης, αλλά μόνο τη δυνατότητα πληρωμής με μετρητά κατά την παραλαβή. Παράλληλα, προέβλεπε την επιβολή προστίμου στις εταιρείες courier που θα δέχονταν μετρητά, ίσου με το διπλάσιο της αξίας της συναλλαγής.
Οι αντιδράσεις των εταιρειών courier και του ηλεκτρονικού εμπορίου
Οι επιχειρήσεις του κλάδου προειδοποιούσαν για σοβαρές επιπτώσεις στον κύκλο εργασιών των εταιρειών ταχυμεταφορών, στην απασχόληση και στην αγορά του ηλεκτρονικού εμπορίου, εφόσον η διάταξη ψηφιζόταν.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλέστηκαν, η αντικαταβολή αντιστοιχεί σε περισσότερο από το 40% των ηλεκτρονικών αγορών, με την ετήσια αξία των συναλλαγών να υπολογίζεται μεταξύ 3 και 5 δισ. ευρώ. Από αυτές, το 70% έως 75% εξοφλείται με μετρητά.
Οι εκπρόσωποι της αγοράς επισήμαναν επίσης ότι το ελληνικό όριο για συναλλαγές με μετρητά, στα 500 ευρώ, είναι χαμηλότερο από τα αντίστοιχα όρια που εφαρμόζονται σε αρκετά άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ενδεικτικά, ανέφεραν όριο 1.000 ευρώ στη Γαλλία και την Ισπανία, 3.000 ευρώ στο Βέλγιο και την Ολλανδία και 5.000 ευρώ στην Ιταλία, ενώ σε χώρες όπως η Γερμανία, η Αυστρία, η Ιρλανδία, το Λουξεμβούργο και η Φινλανδία δεν εφαρμόζεται αντίστοιχο εθνικό όριο.
Όπως υποστήριξαν, η απαγόρευση των μετρητών στις αντικαταβολές θα δημιουργούσε μια ιδιαιτερότητα για την Ελλάδα, καθώς, σύμφωνα με τις πληροφορίες που επικαλέστηκαν, δεν ισχύει αντίστοιχος περιορισμός σε άλλο κράτος-μέλος της ΕΕ.
Παράλληλα, έθεσαν ζήτημα άνισης μεταχείρισης μεταξύ των φυσικών καταστημάτων και των ηλεκτρονικών πωλήσεων. Μεταξύ των προτάσεων που διατύπωσαν ήταν η εφαρμογή ενιαίων κανόνων για όλες τις λιανικές συναλλαγές, ακόμη και με μείωση του γενικού ορίου χρήσης μετρητών από τα 500 στα 300 ευρώ.
Προχωρά η ρύθμιση των 120 δόσεων για χρέη σε Εφορία και ασφαλιστικά ταμεία
Χωρίς αλλαγές προχωρά προς ψήφιση και η νέα ρύθμιση οφειλών σε έως 120 δόσεις προς την Εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία, η οποία αφορά περισσότερα από ένα εκατομμύριο νοικοκυριά, επαγγελματίες και επιχειρήσεις με παλαιές ληξιπρόθεσμες οφειλές συνολικού ύψους άνω των 95 δισ. ευρώ.
Το νέο πλαίσιο προβλέπει αποπληρωμή των χρεών σε βάθος δεκαετίας και διευρύνει το χρονικό πεδίο των οφειλών που μπορούν να υπαχθούν, καθώς καλύπτει χρέη που κατέστησαν ληξιπρόθεσμα έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024. Η προηγούμενη εκδοχή της ρύθμισης των 72 δόσεων αφορούσε οφειλές έως το τέλος του 2023.
Επιπλέον, δίνεται η δυνατότητα σε περίπου 35.000 οφειλέτες που έχουν ήδη ενταχθεί στη ρύθμιση των 72 δόσεων να ζητήσουν τη μεταφορά των οφειλών τους στο νέο καθεστώς.
Ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα της ρύθμισης είναι η δυνατότητα περιορισμού της μηνιαίας επιβάρυνσης έως και 40%, ενώ η ελάχιστη δόση ορίζεται στα 30 ευρώ. Ωστόσο, επιβάρυνση για τους οφειλέτες αποτελεί το σταθερό ετήσιο επιτόκιο 5,84%, το οποίο αυξάνει το συνολικό ποσό που θα καταβληθεί κατά τη διάρκεια της αποπληρωμής.
Ποιοι μπορούν να ενταχθούν και πότε ανοίγει η πλατφόρμα
Στη νέα ρύθμιση μπορούν να υπαχθούν οφειλές προς την ΑΑΔΕ και τα ασφαλιστικά ταμεία που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024, υπό την προϋπόθεση ότι δεν βρίσκονταν σε καθεστώς ενεργής ρύθμισης στις 30 Σεπτεμβρίου 2026.
Η αίτηση θα υποβάλλεται ηλεκτρονικά, με καταληκτική ημερομηνία την 30ή Ιουνίου 2027. Για την ενεργοποίηση της ρύθμισης θα απαιτείται η καταβολή της πρώτης δόσης μέσα σε τρεις εργάσιμες ημέρες από την υποβολή της αίτησης. Οι επόμενες δόσεις θα πρέπει να εξοφλούνται έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα.
Η ηλεκτρονική πλατφόρμα για την υποβολή των αιτήσεων αναμένεται να ανοίξει έως τα μέσα Νοεμβρίου.







