Στοχευμένες παρεμβάσεις για τη συγκράτηση της τιμής του πετρελαίου θέρμανσης, ενόψει της έναρξης της διανομής του τον Οκτώβριο, προετοιμάζει η κυβέρνηση. Τις επόμενες ημέρες αναμένεται να εξειδικευτούν τα μέτρα που έχουν ήδη προαναγγελθεί από τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη.
Στο θέμα αναφέρθηκε ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου, μιλώντας στο ACTION 24, σημειώνοντας ότι την επόμενη εβδομάδα, σε συνεργασία με το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, θα ανακοινωθούν συγκεκριμένες παρεμβάσεις.
Σύμφωνα με τον υπουργό, η κυβερνητική παρέμβαση θα περιλαμβάνει οριζόντια αύξηση του επιδόματος θέρμανσης, το οποίο αφορά περίπου 1,2 εκατομμύρια πολίτες.
Όπως ανέφερε, όταν ολοκληρώθηκε η προηγούμενη περίοδος διάθεσης του πετρελαίου θέρμανσης, η τιμή βρισκόταν περίπου στα 1,75 ευρώ, ενώ σήμερα οι τιμές ξεκινούν από τα 2 ευρώ. Με τα μέτρα που πρόκειται να ανακοινωθούν, στόχος είναι η τιμή να διαμορφωθεί κάτω από τα 1,75 ευρώ.
Ο κ. Παπασταύρου διευκρίνισε παράλληλα ότι το επίδομα θέρμανσης δεν αφορά αποκλειστικά όσους χρησιμοποιούν πετρέλαιο. Από τους περίπου 1.170.000 δικαιούχους, πέρυσι περίπου 600.000 επέλεξαν πετρέλαιο θέρμανσης, 175.000 φυσικό αέριο, σχεδόν 320.000 ηλεκτρική ενέργεια και περίπου 75.000 καυσόξυλα. Όπως τόνισε, η αύξηση θα είναι οριζόντια για όλους.
Ο υπουργός υπογράμμισε ότι ζητούμενο είναι να διαμορφωθούν τιμές που θα μπορούν να αντιμετωπίσουν τα νοικοκυριά, καθώς η θέρμανση αποτελεί βασική ανάγκη. Αναφερόμενος στις γεωπολιτικές εξελίξεις, σημείωσε ότι αυτές δεν μπορούν να επηρεαστούν, αλλά μπορούν να ληφθούν στοχευμένα μέτρα στήριξης για την αντιμετώπιση των επιπτώσεών τους.
Για την ευρωπαϊκή αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης, ο κ. Παπασταύρου ανέφερε ότι η κρίση έχει διαρκέσει περισσότερο από τις αρχικές εκτιμήσεις και πλέον έχει εξελιχθεί σε μια νέα πραγματικότητα. Όπως είπε, η Ελλάδα διαθέτει τον δημοσιονομικό χώρο ώστε να εφαρμόζει μέτρα στήριξης με λελογισμένο τρόπο.
Η συζήτηση για τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης
Σχετικά με το ενδεχόμενο παρέμβασης στον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης, ο υπουργός ανέφερε ότι τέτοιες αποφάσεις απαιτούν συνήθως απόφαση σε επίπεδο Συνόδου Κορυφής των αρχηγών κρατών.
Ο ίδιος χαρακτήρισε δύσκολη μια τέτοια εξέλιξη, λόγω των αυστηρών δημοσιονομικών κανόνων που ισχύουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση και των περιορισμών στις κρατικές δαπάνες.
Οι δύο παρεμβάσεις που προανήγγειλε ο πρωθυπουργός
Το ζήτημα των μέτρων στήριξης των νοικοκυριών λόγω της αύξησης των τιμών της ενέργειας συζήτησαν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τασούλας και ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης κατά τη συνάντησή τους στο Προεδρικό Μέγαρο.
Ο πρωθυπουργός έκανε λόγο για έναν δύσκολο χειμώνα, συνδέοντας τις πιέσεις στις ενεργειακές τιμές με τις γεωπολιτικές εξελίξεις, τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία, την κρίση στη Μέση Ανατολή και τις εχθροπραξίες στην Ερυθρά Θάλασσα.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στις επιθέσεις σε διυλιστήρια, οι οποίες, όπως σημείωσε, έχουν προκαλέσει περαιτέρω άνοδο στις τιμές των πετρελαϊκών προϊόντων, με ιδιαίτερη πίεση στο ντίζελ.
Ως πρώτη προτεραιότητα της κυβέρνησης έθεσε το πετρέλαιο θέρμανσης, ιδιαίτερα για τις περιοχές της Βόρειας Ελλάδας, όπου οι ανάγκες είναι μεγαλύτερες.
Η διπλή παρέμβαση που θα εξειδικευτεί από τα συναρμόδια υπουργεία περιλαμβάνει, πρώτον, επιδότηση στην αντλία από το κράτος και τα διυλιστήρια, με στόχο η τιμή να κινηθεί κάτω από τα επίπεδα στα οποία είχε διαμορφωθεί τον περασμένο Απρίλιο.
Το δεύτερο μέτρο αφορά την οριζόντια αύξηση του επιδόματος θέρμανσης. Ο κ. Μητσοτάκης εξήγησε ότι το επίδομα λαμβάνει υπόψη και τις γεωγραφικές διαφορές, καθώς υψηλότερη ενίσχυση προβλέπεται για τους πολίτες της Βόρειας Ελλάδας.
Παράλληλα, ο πρωθυπουργός ανέφερε ότι η κυβέρνηση επιδιώκει να συνεχίσει και τη στήριξη στο ντίζελ.
Για τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης, ο κ. Μητσοτάκης ανέφερε ότι η Ελλάδα δεν μπορεί σήμερα να προχωρήσει σε μείωσή του χωρίς αντίστοιχη περικοπή άλλης δαπάνης ή αύξηση άλλου φόρου. Όπως εξήγησε, περιθώριο για προσωρινή μείωση της φορολογίας των ορυκτών καυσίμων θα μπορούσε να υπάρξει εφόσον δοθεί σχετική εξαίρεση σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Ο πρωθυπουργός προανήγγειλε ότι θα θέσει προσωπικά το ζήτημα στο επόμενο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι δεν μπορεί να προεξοφλήσει την έκβαση της προσπάθειας.








