Τετάρτη 22.09.2021
More

    Μόλυνση από δύο μεταλλάξεις ταυτόχρονα–Πόσο επικίνδυνη είναι

    Το ενδεχόμενο μόλυνσης από δύο μεταλλάξεις του κορωνοϊού ταυτόχρονα μελετούν οι επιστήμονες 

    Επιστήμονες από τη Βραζιλία ανέφεραν πρόσφατα ότι δύο άνθρωποι μολύνθηκαν ταυτόχρονα από δύο διαφορετικές μεταλλάξεις του ιού SARS-CoV-2. Η διπλή αυτή μόλυνση φάνηκε να μην έχει κάποια επίδραση στη σοβαρότητα της ασθένειας των ατόμων, καθώς και οι δύο ανέρρωσαν χωρίς να νοσηλευθούν.

    Παρόλο που πρόκειται για μία από τις ελάχιστες τέτοιες καταγεγραμμένες περιπτώσεις, οι επιστήμονες έχουν κατά καιρούς παρατηρήσει λοιμώξεις από διαφορετικά στελέχη άλλων αναπνευστικών ιών, όπως της γρίπης. Αυτό δημιούργησε ερωτήματα για το πώς αυτοί οι ιοί μπορεί να αλληλεπιδρούν σε ένα μολυσμένο άτομο και τι θα μπορούσε αυτό να σημαίνει για τη δημιουργία νέων μεταλλάξεων.

    Όπως αναφέρει η Maitreyi Shivkumar, λέκτορας μοριακής βιολογίας στο Πανεπιστήμιο De Montfort, «οι ιοί είναι οι ‘άρχοντες της εξέλιξης’, καθώς μεταλλάσσονται συνεχώς, δημιουργώντας νέα στελέχη σε κάθε κύκλο αντιγραφής. Οι επιλεκτικές πιέσεις στον ξενιστή, όπως η ανοσολογική απόκριση, προκαλεί επίσης τέτοιες τροποποιήσεις. Οι περισσότερες από αυτές τις μεταλλάξεις δεν έχουν κάποια σημαντική επίδραση στον ιό. Όσες όμως, του δίνουν ένα πλεονέκτημα –αυξάνοντας, για παράδειγμα, την ικανότητά του να αντιγράφεται ή να εισβάλει στο ανοσοποιητικό σύστημα- είναι αιτία ανησυχίας και πρέπει να ελέγχονται στενά».

    Σε σύγκριση με άλλους ιούς RNA, οι κορωνοϊοί έχουν χαμηλότερα ποσοστά μεταλλάξεων, επειδή είναι εφοδιασμένοι με έναν μηχανισμό επιδιόρθωσης που μπορεί να διορθώσει κάποια λάθη που συμβαίνουν κατά την αναπαραγωγή του. Παρόλα αυτά, υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν μεγάλη γενετική ποικιλία του ιού σε ασθενείς με λοίμωξη COVID-19.

    Ο εντοπισμός πολλαπλών μεταλλάξεων σε έναν άνθρωπο θα μπορούσε να είναι το αποτέλεσμα μιας λοίμωξης από διαφορετικές μεταλλάξεις ή της παραγωγής μεταλλάξεων στον ίδιο τον οργανισμό του ασθενούς μετά την αρχική λοίμωξη. Ένας τρόπος διαχωρισμού αυτών των δύο σεναρίων είναι η σύγκριση των ακολουθιών των μεταλλάξεων που κυκλοφορούν στον γενικό πληθυσμό με αυτές του ασθενούς. Στη βραζιλιάνικη μελέτη που αναφέρθηκε πιο πάνω, οι μεταλλάξεις που εντοπίστηκαν αντιστοιχούσαν σε διαφορετικά στελέχη του ιού που είχαν ανιχνευθεί προηγουμένως στον πληθυσμό, υποδεικνύοντας μια διπλή λοίμωξη από δύο μεταλλάξεις.

    Ένας συνδυασμός μεταλλάξεων

    Αυτή η διπλή λοίμωξη δημιούργησε ανησυχίες σχετικά με νέες μεταλλάξεις του SARS-CoV2 με ακόμα ταχύτερους ρυθμούς, λόγω του ότι οι κορωνοϊοί υφίστανται, επίσης, μεγάλες αλλαγές στη γενετική τους ακολουθία, μέσω μιας διαδικασίας που λέγεται ανασυνδυασμός. Αυτό συμβαίνει όταν δύο ιοί μολύνουν το ίδιο κύτταρο, ανταλλάσσοντας μεγάλα κομμάτια του γονιδιώματός τους και και δημιουργώντας εντελώς καινούργιες ακολουθίες.

    Στοιχεία ανασυνδυασμού έχουν βρεθεί τόσο σε εργαστηριακό περιβάλλον όσο και σε ασθενή μολυσμένο από SARS-CoV2, υποδεικνύοντας ότι η διαδικασία αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει στη δημιουργία νέων μεταλλάξεων. Στην πραγματικότητα, η ικανότητα του SARS-CoV-2 να μολύνει τα ανθρώπινα κύτταρα θεωρείται ότι έχει αναπτυχθεί μέσω του ανασυνδυασμού της πρωτεΐνης ακίδας ανάμεσα στους κορωνοϊούς των ζώων με τους οποίους σχετίζεται στενά.

    Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι αυτό απαιτεί τη μόλυνση του ίδιου κυττάρου από δύο ιούς. Ακόμα κι αν ένας άνθρωπος μολυνθεί από διαφορετικές μεταλλάξεις, δεν θα αλληλεπιδράσουν αν αντιγραφούν σε διαφορετικά σημεία του σώματος. Πράγματι, παρατηρήθηκε σε ασθενείς ότι τα διαφορετικά είδη των κορωνοϊών που εντοπίστηκαν στην ανώτερη και κατώτατη αναπνευστική οδό δεν αναμείχθηκαν άμεσα ο ένας με τον άλλο.

    Μέχρι τώρα, πάντως, τα στοιχεία δεν υποδεικνύουν ότι η λοίμωξη με περισσότερα από ένα στελέχη οδηγεί σε πιο σοβαρή ασθένεια. Και, αν και είναι πιθανό, είναι πολύ λίγα τα περιστατικά που έχουν αναφερθεί. Συγκεκριμένα, περισσότερες από το 90% των λοιμώξεων στη Βρετανία οφείλονται στη μετάλλαξη B117, άρα με τόσο μεγάλη επικράτηση, οι διπλές μολύνσεις είναι σχεδόν απίθανο να συμβούν.

    «Ακόμα κι έτσι, πάντως, η παρακολούθηση της κατάστασης επιτρέπει στους επιστήμονες να ανιχνεύσουν την ανάδυση αυτών των νέων μεταλλάξεων και να κατανοήσουν και να ανταποκριθούν κατάλληλα σε οποιεσδήποτε αλλαγές της μετάδοσης του ιού ή της αποτελεσματικότητας των εμβολίων», καταλήγει η Δρ. Shivkumar.

    ΜΗ ΧΑΣΕΤΕ

    ΔΗΜΟΦΙΛΗ