Μια Πινακοθήκη στο στρατόπεδο Βελισσαρίου και το έλλειμα δημοκρατίας
Στις 31 Δεκεμβρίου 2015 ο υπουργός Πολιτισμού Αριστείδης Μπαλτάς με ΦΕΚ χαρακτήρισε ως μνημείο το κέλυφος ενός κτιρίου που στεγαζόταν μία στρατιωτική μονάδα στο στρατόπεδο Βελισσαρίου, ιδιοκτησίας του Ταμείου Εθνικής Αμύνης, γιατί, όπως ανέφερε: «αποτελεί ενδιαφέρουσα ιστορικά και αρχιτεκτονικά κατασκευή του β΄ μισού του 19ου αιώνα. Το κτήριο αποτέλεσε τμήμα των σημαντικών έργων υποδομής που μελετήθηκαν και κατασκευάστηκαν την Οθωμανική περίοδο 1869−1892 στην πόλη των Ιωαννίνων. Η αρχική χρήση του ως εκπαιδευτηρίου αλλά και η χρήση που τελικά απέκτησε ως στρατιωτικό κτήριο, σχετίζεται με άμεσο τρόπο με την ιστορία της πόλης των Ιωαννίνων και τη λειτουργία της ως ισχυρού διοικητικού, εκπαιδευτικού και στρατιωτικού κέντρου από την περίοδο της Οθωμανικής κυριαρχίας έως και σήμερα. Η αρχιτεκτονική του παραπέμπει σε κτήριο ειδικής χρήσης ενώ σημαντικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο ενσωματώνονται οι επιρροές του νεοκλασικισμού».
Η υπόθεση του κτιρίου, γνωστότερου ως «αυτοκρατορικό Πολυτεχνείο» ή «Ισλαχανέ» που φιλοδόξησε για μία μικρή περίοδο να δώσει τεχνική κυρίως εκπαίδευση στον τόπο, στα τέλη του 19ου αιώνα, έτυχε περισσότερο του δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος ή κάποιων επιστημόνων, ενώ που και που ως και σήμερα περιλαμβάνεται και στις αναφορές κινήσεων πολιτών που ασχολούνται με την τύχη της έκτασης του πρώην πλέον στρατοπέδου.
Παρά τον χαρακτηρισμό του ως μνημείο, το κράτος, όπως και τα πολιτικά κόμματα, αριστερά και δεξιά, που κυβέρνησαν δεν προχώρησαν σε κάποιον σχεδιασμό ούτε έδειξαν ενδιαφέρον, έχοντας βέβαια και να αντιμετωπίσουν και έναν τεράστιο αριθμό μνημείων ανά την επικράτεια. Όσο για τον Δήμο Ιωαννιτών, που ας αναγνωρίσουμε ότι έχει όλο και λιγότερες δυνατότητες πια στα χέρια του, είναι πάντα σε φάση αναμονής εξελίξεων όπως είναι γνωστό, περιμένοντας από άλλους όμως, από το κράτος, να του υποδείξουν ένα σχέδιο, μία κατάσταση που για το συγκεκριμένο στρατόπεδο φτάνει πια στις τρεις δεκαετίες.
Μια κατάσταση που θα τη χαρακτηρίζαμε πια, ως κατάσταση ουδετερότητας, παθητικότητας, μακαριότητας, για τον δημόσιο χώρο, την ανάπτυξη των μεγάλων δυνατοτήτων που κρύβει αυτός ο τόπος και την προοπτική μιας άλλης πόλης που θα «χτίζει» πάνω στην σπουδαία πολιτιστική κληρονομιά της. Κι αυτό αφορά και τις τοπικές Αρχές και εμάς τους πολίτες.
Το ερώτημα όμως παραμένει και θα παραμένει μέχρι να δοθούν απαντήσεις. Αλλά και να βρεθεί και η μεθοδολογία των απαντήσεων. Στην περίπτωση του στρατοπέδου Βελισσαρίου το πιο εύκολο είναι να κάνει κανείς σχέδια και προτάσεις αξιοποίησης και μάλιστα να βγαίνει και απέναντι όταν δεν υιοθετούνται οι θέσεις του. Το κρίσιμο σε αυτές τις περιπτώσεις είναι να βρεθεί ένα νήμα, ο μίτος, που θα πιάσει την αρχή και θα έχει και ένα τέλος. Προφανώς δεν μπορεί να γίνει συζήτηση στην πόλη, αν το στρατόπεδο μείνει στη δικαιοδοσία του Ταμείου και κριθεί η τύχη του από τις προθέσεις του για τις χρήσεις γης. Εκεί μόνο απέναντι μπορεί να βρεθεί η πόλη. Και το δεύτερο είναι, να μπορούν να αξιολογηθούν οι ανάγκες της τοπικής κοινωνίας, και να ιεραρχηθούν στην περίπτωση που η έκταση περιέλθει στον Δήμο που είναι και ο εύλογος εκπρόσωπος της τοπικής κοινωνίας.
Ως προς τη διαδικασία ιεράρχησης αναγκών όμως, το θέμα γίνεται πιο περίπλοκο ειδικά αν γίνεται πάνω σε «λευκό χαρτί» όταν δηλαδή όλες οι πλευρές θα κληθούν να καταθέσουν προτάσεις εκ του μηδενός. Πρέπει να προταχθεί το πράσινο ή οι κοινωνικές κατοικίες σε ευάλωτους ανθρώπους, για να πούμε δύο από τις προτάσεις που έχουν δημοσιοποιηθεί; Να γίνει διοικητικό κέντρο ή μητροπολιτικό πάρκο με δυνατότητες πολιτισμού και αναψυχής που είναι άλλες δύο; Να έχει χώρο για ποδηλατοδρόμους προς το παραλίμνιο; Να έχει χώρο για τον σταθμό του τραμ αν ποτέ γίνει; Και στην περίπτωση του μνημείου που λέμε στην αρχή, γιατί να μείνει κενός χώρος και να μην γίνει η νέα Δημοτική Πινακοθήκη και το Κέντρο σύγχρονης Τέχνης που θα μπορούσε να προσελκύει κόσμο από όλη τη χώρα ώστε έχει και βιωσιμότητα;
Συνοψίζοντας, στην περίπτωση του στρατοπέδου Βελισσαρίου και όλων τελικά των ελεύθερων και δημόσιων χώρων της πόλης, το κύριο πρόβλημα που αναδύεται είναι η έλλειψη ενός σύγχρονου διαλόγου με ενεργό το σύνολο της τοπικής κοινωνίας και η μεθοδολογία στη λήψη αποφάσεων που θα λαμβάνουν υπόψη όλες τις παραμέτρους που συνιστούν το δημόσιο συμφέρον.
Κάτι που σημαίνει, ότι παρά τις όποιες εντυπώσεις που δημιουργούνται κάθε τόσο, βρισκόμαστε ακόμα πίσω από το σημείο μηδέν.
ΦΙΛΗΜΩΝ ΚΑΡΑΜΗΤΣΟΣ
από την εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» 4-3-2026









