Η ανάλυση της σκόνης που συλλέγεται από ηλεκτρικές σκούπες μπορεί να προσφέρει πληροφορίες για τους ιούς που κυκλοφορούν σε εσωτερικούς χώρους
Μια νέα αμερικανική επιστημονική μελέτη δείχνει ότι η ανάλυση της σκόνης που συλλέγεται από ηλεκτρικές σκούπες μπορεί να προσφέρει σημαντικές πληροφορίες για τους ιούς που κυκλοφορούν σε εσωτερικούς χώρους.
Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Building and Environment, εξέτασε δείγματα σκόνης από σχολεία, πανεπιστήμια, παιδικούς σταθμούς και γραφεία στην πολιτεία Οχάιο των ΗΠΑ και εντόπισε 54 διαφορετικούς ιούς, μεταξύ των οποίων ο SARS-CoV-2 και ο νοροϊός. Οι επιστήμονες διευκρινίζουν ότι ανιχνεύθηκε μόνο γενετικό υλικό των ιών και όχι ζωντανοί ή ενεργοί παθογόνοι οργανισμοί.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, η σκόνη εσωτερικών χώρων θα μπορούσε να αξιοποιηθεί ως ένα χαμηλού κόστους, συμπληρωματικό εργαλείο επιδημιολογικής επιτήρησης, καθώς επιτρέπει την αποτύπωση της παρουσίας ιών σε συγκεκριμένα κτίρια. Μέχρι σήμερα, η επιτήρηση των ιών βασίζεται κυρίως σε κλινικά δεδομένα ή στην ανάλυση λυμάτων, με τα οποία όμως δεν είναι πάντα δυνατός ο εντοπισμός της ακριβούς πηγής διασποράς.
Για τις ανάγκες της μελέτης, οι ερευνητές συνέλεξαν 27 δείγματα σκόνης από παιδικούς σταθμούς, νηπιαγωγείο, σχολεία, πανεπιστημιακές εστίες, βιβλιοθήκη και χώρους γραφείων. Στη συνέχεια εξήγαγαν γενετικό υλικό και το ανέλυσαν με δύο μεθόδους: στοχευμένους ελέγχους συγκεκριμένων ιών και ευρύτερη αλληλούχιση που μπορεί να ανιχνεύσει πάνω από 200 παθογόνους οργανισμούς.
Κάθε δείγμα περιείχε τουλάχιστον έναν ιό, ενώ στο 85% των δειγμάτων εντοπίστηκαν ρινοϊοί, οι οποίοι ευθύνονται συχνά για το κοινό κρυολόγημα. Παράλληλα ανιχνεύθηκαν αναπνευστικοί ιοί όπως ο SARS-CoV-2 και η γρίπη, γαστρεντερικοί ιοί όπως ο νοροϊός, αλλά και άλλοι παθογόνοι οργανισμοί, μεταξύ των οποίων ο αδενοϊός, ο ιός Epstein–Barr και ο ιός των ανθρώπινων θηλωμάτων (HPV).
Η μελέτη κατέγραψε επίσης διαφοροποιήσεις ανάλογα με τη χρήση των κτιρίων. Σε χώρους όπου κυκλοφορούν παιδιά εντοπίστηκαν συχνότερα συγκεκριμένοι ιοί, όπως το MW polyomavirus και ο κυτταρομεγαλοϊός, γεγονός που αποδίδεται στη μεγαλύτερη μετάδοσή τους στις συγκεκριμένες ηλικιακές ομάδες.
Σε επιπλέον ανάλυση 56 δειγμάτων από κτίριο γραφείων, οι ερευνητές παρατήρησαν ότι τα επίπεδα ιών στη σκόνη μεταβάλλονταν ανάλογα με τις εποχικές εξάρσεις της γρίπης, ακολουθώντας αντίστοιχες τάσεις με τα επίσημα επιδημιολογικά δεδομένα.
Παρότι τα αποτελέσματα θεωρούνται ενθαρρυντικά, οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι η μέθοδος ανιχνεύει μόνο γενετικό υλικό και όχι τη μολυσματικότητα των ιών, ενώ το δείγμα της μελέτης παραμένει περιορισμένο. Παράγοντες όπως η συχνότητα καθαρισμού και η χρήση ηλεκτρικής σκούπας ενδέχεται επίσης να επηρεάζουν τα ευρήματα.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η ανάλυση της σκόνης μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά με άλλες μεθόδους επιδημιολογικής επιτήρησης, όπως η ανάλυση λυμάτων, προσφέροντας πιο στοχευμένη εικόνα για τη διασπορά ιών σε συγκεκριμένους εσωτερικούς χώρους.









