Ο πρέσβης της Κίνας στην Ελλάδα επισκέφθηκε το Μουσείο Αλή Πασά στο Νησί Ιωαννίνων και πρότεινε την αδελφοποίησή του με μουσείο της Δυτικής Κίνας
Σημαντικές προοπτικές για την ενίσχυση των πολιτιστικών και τουριστικών σχέσεων μεταξύ της Ηπείρου και της Κίνας δημιουργεί η πρόταση αδελφοποίησης του Μουσείου Αλή Πασά και Επαναστατικής Περιόδου, που βρίσκεται στο Νησί της Παμβώτιδας, με αντίστοιχο μουσείο της Δυτικής Κίνας.
Η πρόταση διατυπώθηκε κατά την επίσκεψη του πρέσβη της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας στην Ελλάδα, Φανγκ Τσιου, ο οποίος επέλεξε να επισκεφθεί το μουσείο αμέσως μετά την άφιξή του στα Ιωάννινα, πριν από το επίσημο πρόγραμμά του στην Πρέβεζα, όπου βρέθηκε την επόμενη ημέρα.

Σύμφωνα με τον ιδρυτή του μουσείου, Φώτη Ραπακούση, ο Κινέζος πρέσβης διαθέτει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη νεότερη ελληνική ιστορία, γεγονός που, όπως ανέφερε, εξηγεί την επιλογή του να επισκεφθεί το Νησί. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ο κ. Τσιου πρότεινε την ανάπτυξη συνεργασίας μεταξύ του μουσείου και ενός μουσείου νεότερης κινεζικής ιστορίας στη Δυτική Κίνα, μέσω διαδικασίας αδελφοποίησης.
Ο κ. Ραπακούσης χαρακτήρισε την πρόταση ιδιαίτερα σημαντική, σημειώνοντας ότι έγινε άμεσα αποδεκτή. Όπως ανέφερε, μια ενδεχόμενη υλοποίησή της θα μπορούσε να συμβάλει ουσιαστικά στην ενίσχυση της διεθνούς προβολής των Ιωαννίνων και στην προσέλκυση περισσότερων επισκεπτών από την κινεζική αγορά, η οποία αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πηγές εξερχόμενου τουρισμού παγκοσμίως.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η επιτυχία μιας τέτοιας πρωτοβουλίας προϋποθέτει τη συνεργασία των τοπικών και κρατικών φορέων, ώστε να αξιοποιηθούν οι δυνατότητες που μπορεί να δημιουργήσει μια διακρατική πολιτιστική συνεργασία αυτού του επιπέδου.
Το Μουσείο Αλή Πασά και Επαναστατικής Περιόδου έχει εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια σε έναν από τους σημαντικότερους πόλους πολιτιστικού ενδιαφέροντος της περιοχής, προσελκύοντας επισκέπτες από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Η διεθνής αναγνώριση που έχει αποκτήσει, σε συνδυασμό με την προτεινόμενη συνεργασία με κινεζικό μουσείο, εκτιμάται ότι μπορεί να ενισχύσει ακόμη περισσότερο την εξωστρέφεια του πολιτιστικού αποθέματος των Ιωαννίνων και της Ηπείρου.






