Την ανάγκη να ακούγεται ουσιαστικά η φωνή των παιδιών και των εφήβων, αλλά και να λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικές τους ανάγκες, ανέδειξε η επιστημονική ημερίδα που διοργάνωσε την Τετάρτη 7 Οκτωβρίου το Κέντρο Πρόληψης «Σχεδία», σε συνεργασία με τον Εθνικό Οργανισμό Πρόληψης και Αντιμετώπισης Εξαρτήσεων (ΕΟΠΑΕ), στη Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ακαδημία.
Με θέμα «Ακούγοντας τα παιδιά και τους εφήβους – Από την πρόληψη στην έγκαιρη παρέμβαση και τη θεραπεία», οι εισηγήσεις του αναπληρωτή καθηγητή Ψυχιατρικής Παιδιού και Εφήβου Κωνσταντίνου Κώτση και του καθηγητή Αγωγής Υγείας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Βασίλη Κούτρα επικεντρώθηκαν στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι ανήλικοι και οι οικογένειές τους.
Η συζήτηση κινήθηκε γύρω από την ψυχική υγεία, τις σύγχρονες μορφές εξάρτησης, την οικογενειακή επικοινωνία, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται και εφαρμόζονται οι παρεμβάσεις στους ανηλίκους.
Η φωνή του παιδιού στις αποφάσεις για τη θεραπεία
Ο Κωνσταντίνος Κώτσης, υπεύθυνος του Κοινοτικού Κέντρου Ψυχικής Υγείας Παιδιών και Εφήβων της Ψυχιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ιωαννίνων, έθεσε στο επίκεντρο την ανάγκη επιστημονικής αξιολόγησης των παρεμβάσεων ψυχικής υγείας.
Μιλώντας με θέμα «Ψυχική υγεία παιδιών και εφήβων – Ποιος αποφασίζει τι σημαίνει “είμαι καλά”», σημείωσε ότι η κλινική εκτίμηση δεν είναι αλάνθαστη και ότι η βεβαιότητα του επαγγελματία δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη και ακρίβεια στην εκτίμηση.
Για τον λόγο αυτό, όπως ανέφερε, θα πρέπει να αξιοποιούνται διαφορετικές πηγές πληροφόρησης, με ιδιαίτερη βαρύτητα σε όσα εκφράζει το ίδιο το παιδί ή ο έφηβος.
Ο κ. Κώτσης αναφέρθηκε και στην ανάγκη να εξετάζονται οι πιθανές αρνητικές συνέπειες των ψυχοκοινωνικών παρεμβάσεων. Παρουσιάζοντας στοιχεία έρευνας σε 117 μελέτες, σημείωσε ότι μόνο στο 30% είχε εξεταστεί η πιθανότητα αρνητικών επιπτώσεων, θέτοντας το ερώτημα εάν θα θεωρούνταν αποδεκτό αντίστοιχα περιορισμένο επίπεδο ελέγχου για τις ανεπιθύμητες ενέργειες ενός φαρμάκου.
Ξεκαθάρισε, πάντως, ότι η αποτελεσματικότητα της ψυχοθεραπείας διαθέτει επιστημονική τεκμηρίωση και μπορεί να προσφέρει ουσιαστική βοήθεια. Υπογράμμισε, ωστόσο, ότι απαιτείται αντίστοιχη σοβαρότητα τόσο στην απόφαση για τη χορήγησή της όσο και στην παρακολούθηση των αποτελεσμάτων της.
Ως παράδειγμα ανέφερε εφήβους που βρίσκονται μέσα σε έντονες συγκρούσεις μεταξύ των γονέων τους, ακόμη και όταν αυτές έχουν μεταφερθεί στη δικαιοσύνη. Σε τέτοιες περιπτώσεις, σημείωσε, μπορεί να ζητείται από τους εφήβους να συμμετάσχουν σε ψυχολογικές παρεμβάσεις χωρίς να είναι πάντοτε ξεκάθαρο ποια συγκεκριμένη ανάγκη τους καλύπτεται.
Η στενοχώρια, ο θυμός ή η άρνηση επικοινωνίας με έναν γονέα, μέσα σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον οικογενειακής σύγκρουσης, δεν αποτελούν από μόνα τους απαραίτητα ένδειξη ψυχικής διαταραχής. Το ερώτημα που τίθεται είναι εάν μια παρέμβαση χωρίς σαφή θεραπευτική αναγκαιότητα μπορεί τελικά να επιβαρύνει αντί να βοηθήσει τον έφηβο.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στην κοινή λήψη αποφάσεων. Όπως τόνισε ο κ. Κώτσης, η συμμετοχή του εφήβου δεν περιορίζεται στο να εκφράζει τη γνώμη του, όταν η τελική απόφαση λαμβάνεται αποκλειστικά από τον επαγγελματία. Η διαδικασία, σύμφωνα με την εισήγηση, θα πρέπει να συνδυάζει τα επιστημονικά δεδομένα και τις απόψεις των επαγγελματιών και των γονέων με τη γνώμη του ίδιου του εφήβου.
Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε και σε έρευνα που βρίσκεται σε εξέλιξη, σημειώνοντας ότι τα πρώτα στοιχεία από επαγγελματίες ψυχικής υγείας δείχνουν αρνητική σχέση μεταξύ του στίγματος για την ψυχική υγεία και της συμμετοχής των εφήβων στις θεραπευτικές αποφάσεις.
Παράλληλα, επισήμανε ότι και ο τρόπος με τον οποίο ολοκληρώνεται μια ψυχοθεραπεία έχει σημασία, καθώς ένα τέλος που δεν έχει σχεδιαστεί επαρκώς μπορεί να εκληφθεί από τον έφηβο ως εγκατάλειψη.

Η θετική ενίσχυση αντί της τιμωρίας
Στον ρόλο των γονέων και στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες των παιδιών στάθηκε ο Βασίλης Κούτρας, επιστημονικός υπεύθυνος της «Σχεδίας» και καθηγητής Αγωγής Υγείας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.
Στην εισήγησή του «Από την πρόληψη στην ενδυνάμωση – προστατεύοντας την ψυχική υγεία παιδιών και εφήβων», υπογράμμισε ότι η τιμωρία και οι συνεχείς συγκρίσεις μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά την αυτοεκτίμηση, δημιουργώντας ανασφάλεια που μπορεί να εκφραστεί είτε με παθητικότητα είτε με επιθετικότητα.
Ως εναλλακτική προσέγγιση ανέδειξε τη θετική ενίσχυση, την αναγνώριση της προσπάθειας και την ενθάρρυνση των παιδιών να αναπτύσσουν μόνα τους δεξιότητες για την αντιμετώπιση προβλημάτων.
Χαρακτηριστικό ήταν το παράδειγμα μαθητή που έχει υψηλές επιδόσεις σχεδόν σε όλα τα μαθήματα, αλλά παίρνει χαμηλότερο βαθμό σε ένα από αυτά. Όπως σημείωσε, οι γονείς συχνά επικεντρώνονται στην επίδοση που υπολείπεται, αντί να αναγνωρίζουν όσα έχει ήδη πετύχει το παιδί.
Η σύγκριση με τους άλλους μπορεί να στρέψει την προσοχή των παιδιών στις αδυναμίες τους. Αντίθετα, σύμφωνα με τον κ. Κούτρα, στόχος είναι να αξιολογούν τη δική τους πορεία, να επιδιώκουν βελτίωση σε σχέση με τον προηγούμενο εαυτό τους και να ενισχύουν την εμπιστοσύνη στις δυνατότητές τους.
Στην ίδια κατεύθυνση, αναφέρθηκε στις συνέπειες της σωματικής τιμωρίας, επισημαίνοντας ότι μπορεί να μεταδώσει στα παιδιά την αντίληψη πως η χρήση βίας αποτελεί αποδεκτό τρόπο για την επιβολή της θέλησης και την επίλυση διαφορών.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι οι γονείς χρειάζεται να βοηθούν τα παιδιά να αναζητούν τα ίδια τρόπους αντιμετώπισης των προβλημάτων τους και όχι να τους παρέχουν διαρκώς έτοιμες λύσεις.
Τα στοιχεία για κάπνισμα, διαδίκτυο και τζόγο
Τα δεδομένα που παρουσιάστηκαν στην ημερίδα αποτυπώνουν και τις διαφορετικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι έφηβοι.
Με βάση την έρευνα ESPAD 2024, το 53,8% των 16χρονων μαθητών έχει καπνίσει τουλάχιστον μία φορά, ενώ το 32,9% δήλωσε ότι κάπνισε κατά τις τελευταίες 30 ημέρες.
Στα κοινωνικά δίκτυα, το 40,5% των 16χρονων περνά τουλάχιστον τέσσερις ώρες την ημέρα κατά τις καθημερινές, ποσοστό που αυξάνεται στο 64,9% τα Σαββατοκύριακα και τις αργίες.
Ενδείξεις προβληματικής ενασχόλησης με ηλεκτρονικά παιχνίδια παρουσιάζει το 20,7% των 16χρονων, με υψηλότερο ποσοστό στα αγόρια. Παράλληλα, το 36% έχει παίξει τυχερά παιχνίδια ή έχει στοιχηματίσει μέσα στον τελευταίο χρόνο. Με βάση τα στοιχεία της ESPAD 2024, η Ελλάδα καταγράφει τα υψηλότερα ποσοστά ενασχόλησης με τον τζόγο μεταξύ των χωρών που συμμετέχουν στο πρόγραμμα.
Ανάλογα ζητήματα προκύπτουν και από την έρευνα HBSC/WHO 2022 σε εφήβους ηλικίας 11, 13 και 15 ετών. Το 42,8% εμφανίζει συμπτώματα άγχους, με το ποσοστό να ανέρχεται σε 55,3% στα κορίτσια και 28,6% στα αγόρια.
Το 17,1% δηλώνει ότι αισθάνεται μοναξιά, ενώ το 26,9% αναφέρει ότι δεν έχει οικογενειακή υποστήριξη.
Σε ό,τι αφορά την επικοινωνία με τους γονείς, το 83,7% των εφήβων δηλώνει ότι μπορεί να συζητήσει εύκολα με τη μητέρα του όσα το απασχολούν, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τον πατέρα είναι 67,8%. Το 14% δυσκολεύεται να μιλήσει και στους δύο γονείς.
Συζήτηση με γονείς και επιστήμονες
Μετά τις εισηγήσεις ακολούθησε συζήτηση με τη συμμετοχή εκπροσώπων της επιστημονικής κοινότητας, γονέων και άλλων παρευρισκομένων.
Στη διαδικασία συμμετείχαν ο πρόεδρος του Συλλόγου Πολυτέκνων Ιωαννίνων Κώστας Μπαλωμένος, η καθηγήτρια Κοινωνικής Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Άρτεμις Γιώτσα, η αντιπρόεδρος του Κέντρου Συστημικής Θεραπείας και Συμβουλευτικής Βάσω Παπαδιώτη, ο παιδοψυχίατρος Νίκος Τζιάκης και η ταμίας του Διοικητικού Συμβουλίου της «Σχεδία» και εκπρόσωπος του Δικηγορικού Συλλόγου Ιωαννίνων Ανθή Μάστακα.
Στην εκδήλωση έδωσαν επίσης το «παρών» μέλη της επιστημονικής κοινότητας, γονείς και αρκετοί φοιτητές, ενώ την ημερίδα παρακολούθησε και εκπρόσωπος της 8ης Ταξιαρχίας Πεζικού.
Η δράση της «Σχεδίας»
Το καλωσόρισμα έκανε ο αντιπρόεδρος του Κέντρου Πρόληψης «Σχεδία» και αντιπεριφερειάρχης Βασίλης Γοργόλης, ο οποίος αναφέρθηκε στις δράσεις του Κέντρου και στα πολλά αιτήματα που δέχεται από σχολεία για την πραγματοποίηση παρεμβάσεων.
Χαιρετισμό απηύθυνε ο βουλευτής Ιωαννίνων του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής Γιάννης Τσίμαρης, ο οποίος αναφέρθηκε θετικά στο έργο της «Σχεδία».
Η εντεταλμένη περιφερειακή σύμβουλος της Περιφέρειας Ηπείρου Μαργαρίτα Γκογκάκη έδωσε έμφαση στην επικοινωνία με τα παιδιά και τους εφήβους, σημειώνοντας τη σημασία όχι μόνο της ακρόασης, αλλά και της ουσιαστικής κατανόησης όσων εκφράζουν, με την ενσυναίσθηση να αποτελεί βασικό στοιχείο αυτής της διαδικασίας.
Η ημερίδα πραγματοποιήθηκε με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας στις 10 Οκτωβρίου. Παράλληλα, συμπίπτει με τη συμπλήρωση 30 ετών λειτουργίας των Κέντρων Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας και της παρουσίας τους στην κοινότητα.









