30 χρόνια άθλιας ζωής σε ένα κοντέινερ στην Κόνιτσα έφτασαν στο τέλος τους για τέσσερα ηλικιωμένα αδέρφια που κάηκαν ενώ κοιμόταν
Από το 1996 μέχρι το 2026 έχουν περάσει ακριβώς τριάντα χρόνια. Κι όμως σε αυτό το πολύ μεγάλο διάστημα, η Πολιτεία μέσω των επίσημων υπηρεσιών της, αλλά και η τοπική κοινωνία, δεν κατάφερε να βρει και να δώσει μία οριστική και πάνω απ’ όλα αξιοπρεπή λύση για την επιβίωση τεσσάρων συνανθρώπων μας που έφυγαν από τη ζωή τα ξημερώματα της Δευτέρας με δραματικό τρόπο.
Από τον καταστροφικό σεισμό του 1996 στην Κόνιτσα πέρασαν τρεις ολόκληρες δεκαετίες χωρίς αυτό το χρονικό διάστημα να αποδεικνύεται πως ήταν αρκετό, για να τύχουν μίας καλύτερης και κυρίως μίας αξιοπρεπούς και ασφαλούς διαβίωσης για τα τέσσερα αδέλφια ηλικίας από 69 έως και 88 ετών που διέμεναν έκτοτε στο κοντέινερ που τους είχε παραχωρηθεί προσωρινά. Αυτό το «προσωρινά» όμως κράτησε 30 ολόκληρα χρόνια και παρότι οι ίδιοι λόγω της ιδιοσυγκρασίας και του χαρακτήρα τους, παρέμεναν απομονωμένοι και συνέχιζαν να ζουν την καθημερινότητά τους σε συνθήκες που ολοένα και χειροτέρευαν, αρνούμενοι να δεχθούν βοήθεια, είναι προφανές ότι πρόκειται για μία τερατώδη κοινωνική αποτυχία.

Τόσο η τοπική κοινωνία όσο και οι κρατικοί φορείς, υπηρεσίες και λειτουργοί αντίστοιχα που είχαν γνώση της κατάστασης, δεν προχώρησαν στο επόμενο βήμα που θα ήταν όμως το πλέον καθοριστικό, να τους απομακρύνουν από το παράπηγμα στο οποίο ζούσαν, σε απόσταση λίγων δεκάδων μέτρων από το πιο τουριστικό σημείο της Κόνιτσας, το πέτρινο γεφύρι και να τους μεταφέρουν σε κάποιο ασφαλές καταφύγιο, σε μία κλειστή δομή, σε ένα ίδρυμα όπου τουλάχιστον δε θα έμεναν χωρίς ρεύμα και νερό και δε θα περνούσαν τις περισσότερες ημέρες τους χωρίς φαγητό.
Τα χρόνια που περνούσαν η κατάσταση γινόταν συνεχώς και χειρότερη και οι προσπάθειες που έγιναν από τον Δήμο Κόνιτσας για την στήριξή τους με παροχή φαγητού σε καθημερινό επίπεδο, από την τοπική Ενορία επίσης, και σποραδικά από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Μέριμνας και τις εισαγγελικές αρχές, δεν έπιασαν τόπο. Το αποτέλεσμα ήταν οι τέσσερις ηλικιωμένοι να εξακολουθούν να ζουν σε άθλιες συνθήκες και η χθεσινή εξέλιξη μάλλον ήταν φυσιολογική, με την έννοια πως κάποια συμβεί θα συνέβαινε το χειρότερο. Έτσι, από μία πυρκαγιά που εκδηλώθηκε από άγνωστη αιτία στο εσωτερικό του κοντέινερ, πιθανότατα από κάποιο καντήλι ή κερί που είχαν και οι τέσσερις πνίγηκαν αρχικά από τις αναθυμιάσεις και στη συνέχεια κάηκαν ζωντανοί αφήνοντας εκεί την τελευταία τους πνοή.

Η Πυροσβεστική ειδοποιήθηκε λίγο μετά τις έξι το πρωί από περιοίκους που είδαν τις φλόγες όταν ήδη είχαν τυλίξει το κοντέινερ και η κατάσβεση που έγινε, δεν απέφερε κάτι θετικό. Στα συντρίμμια του κοντέινερ εντοπίστηκαν και οι τέσσερις σοροί που μεταφέρθηκαν στη συνέχεια στα Ιωάννινα προκειμένου να γίνει η νεκροψία – νεκροτομή, ενώ ο Δήμος Κόνιτσας ανέλαβε τις τυπικές διαδικασίες για τις κηδείες των τεσσάρων θυμάτων.
«Αποτύχαμε…»
Οι περίοικοι που γνώριζαν τα τέσσερα αδέλφια περιέγραψαν στο φακό του ITV τη δραματική καθημερινότητα των τεσσάρων θυμάτων, τις απέλπιδες δικές τους προσπάθειες να τους βοηθήσουν με όποιον τρόπο μπορούσαν, αλλά ανέλαβαν και τις δικές τους ευθύνες ως μέλη μίας τοπικής κοινωνίας που δεν κατάφερε να πράξει το αυτονόητο. Να βοηθήσει τέσσερις συμπολίτες της να ζήσουν αξιοπρεπώς. Κάποιοι εκ των κατοίκων επέρριψαν ευθύνες και στον Δήμο Κόνιτσας διαχρονικά που ενώ γνώριζε την κατάσταση δεν είχε πράξει όλα αυτά τα χρόνια, το ελάχιστο αυτονόητο, να φροντίσει δηλαδή για τη μεταφορά τους σε μία κλειστή δομή.
Ο δήμαρχος Κόνιτσας Ανδρέας Παπασπύρου που βρισκόταν στην Αθήνα για σοβαρούς προσωπικούς λόγους υγείας επέστρεψε αργά χθες το απόγευμα στην Κόνιτσα και επεσήμανε πως οι άνθρωποι αυτοί δε δεχόταν ποτέ καμία βοήθεια από τον Δήμο και από άλλους φορείς και υπηρεσίες.
Για μία αποτυχία του κράτους και της τοπικής κοινωνίας μίλησε επίσης ο πρώην δήμαρχος Κόνιτσας και ενεργό μέλος της τοπικής κοινωνίας Μάκης Χατζηεφραιμίδης που θυμήθηκε, ότι ήδη από το 1996 – όταν ο ίδιος ήταν δήμαρχος στην Κόνιτσα – και τους πρώτους μήνες μετά το σεισμό και την καταστροφή του σπιτιού τους, τα τέσσερα αδέλφια δεν επιθυμούσαν να εγκαταλείψουν το κοντέινερ και να τους κατασκευάσουν ένα νέο σπίτι στο χώρο που βρισκόταν το παλιό σπίτι που καταστράφηκε από το σεισμό. «Ήταν άνθρωποι που δεν εμπιστευόταν κανέναν που έβλεπαν παντού εχθρούς και που με δυσκολία μπορούσε κάποιος να τους προσεγγίσει. Ερχόταν από τον Δήμο να τους φέρουν φαγητό ή να καθαρίσουν τον εξωτερικό χώρο στο κοντέινερ που διέμεναν και τους έδιωχναν. Αυτό όμως δεν έχει τόση μεγάλη σημασία καθώς οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι πλέον ανάμεσά μας και αυτό συνιστά μία αποτυχία όλων μας. Και του κράτους και της τοπικής κοινωνίας. Έπρεπε να πιέσουμε τις καταστάσεις για να μη φτάσουμε σε αυτό που φτάσαμε, έστω και διά της βίας, να είχε δοθεί εντολή για να μεταφερθούν σε άλλο χώρο που θα τους παρείχε ασφάλεια», ανέφερε μεταξύ άλλων ο κ. Χατζηεφραιμίδης.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
από την εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» 16-6-2026







