Γαλλικό εφετείο επικύρωσε την καταδίκη της Μαρίν Λε Πεν για την υπόθεση υπεξαίρεσης ευρωπαϊκών κονδυλίων, μειώνοντας ωστόσο την περίοδο αποκλεισμού από εκλογές
Δικαστήριο Εφετών στο Παρίσι επικύρωσε την καταδίκη της επικεφαλής του ακροδεξιού κόμματος Εθνικός Συναγερμός (Rassemblement National), Μαρίν Λε Πεν, για την υπόθεση της παράνομης χρήσης κονδυλίων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, προκαλώντας νέα δεδομένα σχετικά με την πιθανή υποψηφιότητά της στις προεδρικές εκλογές της Γαλλίας το 2027.
Το εφετείο διατήρησε την καταδικαστική απόφαση σε βάρος της, ωστόσο προχώρησε σε μείωση της διάρκειας της απαγόρευσης συμμετοχής της σε εκλογικές διαδικασίες. Η εξέλιξη αυτή αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να μπορέσει να διεκδικήσει την προεδρία της Γαλλίας, ανάλογα με τις επόμενες νομικές εξελίξεις.
Παράλληλα, το δικαστήριο αποφάσισε ποινή φυλάκισης τριών ετών. Τα δύο έτη έχουν ανασταλεί, ενώ το υπόλοιπο διάστημα θα εκτιθεί με ηλεκτρονική επιτήρηση μέσω βραχιολιού.
Η Λε Πεν έχει δηλώσει στο παρελθόν ότι δεν σκοπεύει να είναι υποψήφια για την προεδρία της Γαλλίας υπό καθεστώς ηλεκτρονικής επιτήρησης.
Η υπόθεση των ευρωπαϊκών κονδυλίων
Η υπόθεση αφορά περίοδο από το 2004 έως το 2016, όταν, σύμφωνα με τις δικαστικές αρχές, η Μαρίν Λε Πεν, μαζί με πρώην ευρωβουλευτές, συνεργάτες και άλλα στελέχη του κόμματος, συμμετείχαν σε σύστημα μέσω του οποίου χρήματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου φέρεται να χρησιμοποιήθηκαν για την πληρωμή προσωπικού του Εθνικού Συναγερμού στη Γαλλία.
Στην πρωτόδικη απόφαση, η Λε Πεν είχε καταδικαστεί σε πενταετή στέρηση του δικαιώματος εκλογής σε δημόσιο αξίωμα και σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών, εκ των οποίων τα δύο με αναστολή.
Η ίδια είχε απορρίψει τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι το κόμμα της αποτέλεσε στόχο πολιτικής δίωξης και χαρακτηρίζοντας την υπόθεση «κυνήγι μαγισσών». Παράλληλα, η ίδια, το κόμμα της και ακόμη δέκα καταδικασθέντες είχαν προσφύγει κατά της αρχικής απόφασης.
Κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της έφεσης, η επικεφαλής του Εθνικού Συναγερμού αρνήθηκε ότι υπήρξε οργανωμένο σχέδιο υπεξαίρεσης, υποστηρίζοντας ότι το κόμμα ενήργησε «με απόλυτη καλή πίστη».






