Δευτέρα 02.08.2021
More

    Να ζούμε τις ζωές μας αναζητώντας τον άνθρωπο

    Σύγχρονα πολιτικά ερωτήματα για τις ανθρώπινες κοινωνίες και τον κυρίαρχο λόγο, θέτουν οι «Βάκχες» της Νικαίτης Κοντούρη και οι εξαιρετικοί ηθοποιοί που ερμηνεύουν το κορυφαίο κείμενο του Ευρυπίδη

    Με ένα πολύ θερμό χειροκρότημα επιβράβευσε το γιαννιώτικο κοινό την Παρασκευή το βράδυ στο υπαίθριο θέατρο της ΕΗΜ, την προσπάθεια των ηθοποιών και των συντελεστών που ανέβασαν τις Βάκχες του Ευριπίδη.

    Το χειροκρότημα έγινε ακόμα πιο δυνατό, όταν ανέβηκε στη σκηνή και η Νικαίτη Κοντούρη, η Γιαννιώτισσα αναγνωρισμένη σκηνοθέτης, η οποία για μία ακόμα φορά άφησε το στίγμα της σε μία παράσταση αρχαίας τραγωδίας.

    Η παράσταση, η οποία αποτελεί μία συμπαραγωγή του Δημοτικού Θεάτρου Ιωαννίνων, της εταιρεία τέχνης  Ars Aeterna και της 5ης Εποχής, συναντήθηκε με τη διάθεση του θεατρόφιλου κοινού που γέμισε το θέατρο δεδομένου και των συνθηκών που δημιουργούν τα μέτρα πρόληψης και δικαίωσε την επιλογή του έργου, μία δύσκολη πάντα επιλογή λόγω των πολλαπλών αναγνώσεων που απαιτεί το κείμενο, αλλά και την επιλογή της συνεργασίας ενός δημοτικού θεάτρου σε μία θεατρική συμπαραγωγή, συνεργασία που δείχνει ότι τα ανοιχτά δημιουργικά σχήματα έχουν ισχυρό αποτύπωμα στην ελληνική παραγωγή, έχουν τη δύναμη να συγκεντρώνουν σημαντικές θεατρικές δυνάμεις και προκαλούν το ενδιαφέρον του κοινού που αναζητά νέες προτάσεις.

    Δεσμός έντασης

    Οι «Βάκχες» που είδαμε στα Γιάννενα διανύουν το στάδιο των πρώτων παραστάσεων έχοντας ως πρόκληση και τη συμμετοχή στο φεστιβάλ της Επιδαύρου το τριήμερο του Δεκαπενταύγουστου, είναι όμως ήδη έκδηλες οι αρετές της παράστασης, με κυριότερη την ένταση που δημιουργεί στον δεσμό της με τον θεατή, ένταση που κορυφώνεται με τις τελευταίες σκηνές και τον επίλογο.

    Δεν πρόκειται όμως για μία ενδυνάμωση απλώς, επιμέρους θεατρικών τεχνικών που αναδεικνύουν σημεία της πλοκής, όπως ο τρόμος που προκαλεί ίσως το κομμένο κεφάλι του Πενθέα ή η εμπειρία από τον αφανισμό της πόλης που τόλμησε να τα βάλει με τον θεό. Η ένταση προέρχεται από τη δραματουργική σύνθεση, από τη μετατροπή του κειμένου σε θέατρο που γίνεται κατανοητό από το σύγχρονο κοινό, από έναν ισχυρό δεσμό που δημιουργείται σταδιακά μεταξύ της σκηνής και των ηρώων και των θεατών, οι οποίοι και αντιλαμβάνονται ότι δεν «ακούνε» ένα αφήγημα, αλλά εμπλέκονται σε μία υπόθεση πάθους, συγκίνησης, ευφυΐας και ματαίωσης, σε ένα δράμα της ανθρώπινης κατάστασης που κατά κάποιον τρόπο τους αφορά.

    Οι «Βάκχες» της Νικαίτης Κοντούρη δεν «διδάσκουν» αρχαίο κείμενο, δεν προβληματίζουν για τα δεινά μίας αρχαίας πολιτείας, αλλά έρχονται και εγκαθίστανται μέσα στο κέντρο των  εξελίξεων σήμερα, των σύγχρονων ερωτημάτων για τη φύση των ανθρώπινων και τον πυρήνα της δημοκρατικής συνθήκης. Το ότι αντίστοιχα μπορεί να ήταν τα ερωτήματα και τον καιρό που γραφόταν η αρχαία τραγωδία, είναι ένα άλλο επίπεδο σύνδεσης, ευτύχημα από μόνο του λόγω της διάσωσης τέτοιων κειμένων.

    Η παράσταση καταφέρνει έτσι να αποφύγει όλες τις παγίδες του «κλασσικισμού» και της αναπαράστασης του «πώς ήταν τότε» ή του «όλα τα είπαν οι Έλληνες», και να μιλήσει με πρωτότυπη, δραματουργική δύναμη για τα μεγάλα ερωτήματα της ανθρώπινης ιστορίας, αποτελώντας μία θεατρική πρόταση που ωθεί τους θεατές στο τέλος, μετά το χειροκρότημα, να κρατήσουν λίγο ακόμα το άρωμα των ερωτήσεων που τους προκάλεσε.

    Κι αυτό το πετυχαίνει λόγω της συνεκτικής και στιβαρής σκηνοθετικής προσέγγισης από τη μία και την υψηλού επιπέδου ερμηνεία των ηθοποιών από την άλλη πλευρά. Πρόκειται για μία επιτυχημένη συνάντηση των δύο πλευρών που στο μεγαλύτερο μέρος της παράστασης προκαλεί και το ενδιαφέρον και την ικανοποίηση του θεατή.

    Να κάνουμε μία ιδιαίτερη αναφορά στις ερμηνείες που χαρακτηρίζονται όλες τους από υψηλό επίπεδο υποκριτικής, το οποίο αναδεικνύεται ιδιαίτερα μέσα από τους διαλόγους και όταν βρίσκονται σε αντιπαράθεση στη σκηνή, ενώ γίνεται αντιληπτή η σοβαρή προετοιμασία που έκαναν για τους ρόλους τους. Είναι οι:  Άκης Σακελλαρίου (Διόνυσος), Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος (Πενθέας), Ιωάννα Παππά (Τειρεσίας), Δημήτρης Πετρόπουλος (Κάδμος), Κωνσταντίνα Τάκαλου (Αγαύη), Κωνσταντίνος Ασπιώτης (αγγελιοφόρος).

    Εξουσία και συναίνεση

    Στο κέντρο της παράστασης αναδεικνύεται ένα πολύ βασικό δίλημμα. Πώς αντιμετωπίζει μία οργανωμένη κοινωνία και ο λογικός άνθρωπος, την είσοδο ενός φαινομενικά ανορθολογικού, «ξένου» στοιχείου που ζητά να παίξει έναν κεντρικό ρόλο.

    Ο Διόνυσος έρχεται στη Θήβα και ζητά να τιμάται ως θεός. Είναι αρχικά άγνωστος και άξενος ή «ξένος». Φορά περίεργα ρούχα, η προφορά του δεν είναι καλή, η άποψή του γα τα ήθη προβληματική.  Ο Διόνυσος, από σκιά σε έναν κόσμο θεάτρου σκιών, με στοιχεία του κακού από τον  Νοσφεράτου ως τον Δράκουλα ή κάποιον δανδή, με τον ηδονισμό  του σώματος να ενισχύει διαρκώς τον λόγο και κυρίως να γεμίζει τον χώρο, εγκαθιστά τον θεό στο κέντρο της πόλης, εκεί που λαμβάνονται οι αποφάσεις και διαμορφώνεται η κοινή γνώμη.

    Ο Πενθέας, έρχεται μέσα από το κοινό, από τους συμπολίτες του, με το κοινότοπο, οικείο και ευπρεπές  ντύσιμό του και κυρίως με τη φωνή της λογικής που μιλά, με αυτόν τον ήρεμο τόνο που έχει η ομιλία όσων κατέχουν την κοινή αλήθεια. Και καυτηριάζει αυτή την είσοδο του παραλόγου, τον  κομπογιαννιτισμού του εμ-παθούς και το ευτελές των αισθημάτων.

    Δεν είναι δυνατόν για καμία πόλη να αποδεχτεί κάποιον που ήρθε από την Ανατολή και ζητά δικαίωση στις μέρες μας, σήμερα που ξέρουμε τι λέει ο ορθός λόγος και η επιστήμη και η σοφία της οικοδόμησης ενός συστήματος εξουσίας που έχει θεμελιωθεί πάνω στις ιεραρχίες, στην αποδοχή του ρόλων όλων των πλευρών του, στη συναίνεση του κυρίαρχου λόγου σε τέτοιο βαθμό που να θεωρείται ιστορικά αυτονόητος και αιώνιος.

    Το ενδιαφέρον όμως, που προκαλεί ο ξένος θεός και οι μαινάδες του, το ενδιαφέρον που προκαλεί ακριβώς ένας άλλος τρόπος ζωής, δεν ελέγχεται εύκολα. Ωθεί τον ίδιο τον Πενθέα να θέλει να τον γνωρίσει με τέχνασμα την απόκρυψη κάτω από γυναικεία ρούχα, τέχνασμα που του πρότεινε ο καλλυμένος θεός της αποπλάνησης.

    Υπάρχει νικητής;

    Τίποτα δεν θα πάει καλά στο τέλος. Καμία πλάνη και κανένα τέχνημα δεν μπορεί να δουλέψει μέσα στα όρια και τα πλαίσια που νομίζουν οι άνθρωποι ότι ελέγχουν. Οι μαινάδες θα διαλύσουν τα πάντα, η ιερή μανία του θεού θα κυριαρχήσει και θα αφανίσει τα ανθρώπινα. Είναι όμως τόσο απόλυτη η νίκη του; Θα αναγνωριστεί στο τέλος η δύναμή του; Το ερώτημα θα παραμένει μετέωρο.

    Και το ερώτημα είναι κατεξοχήν πολιτικό. Ποια είναι η φύση της κοινωνίας μας σήμερα; Πώς μπορεί να λειτουργήσει η εξουσία προς όφελος της κοινωνίας; Είναι ο άνθρωπος και κατ’ επέκταση οι κοινωνίες του, μονοδιάστατα σύνολα ιδεών και γνώσεων που δεν χρειάζονται τίποτα άλλο ή μήπως έχουν χάσει τους δεσμούς τους με τις βαθιές ανάγκες για συγκίνηση, αγάπη, έρωτα, ή τη σχέση με τη φύση; Η λογική είναι μία και αδιαίρετη ή μήπως είναι μία σύνθεση συχνά ετερόκλητων προκλήσεων που αναζητούν απαντήσεις; Και μήπως έχουμε αφήσει εκτός του λογικού πλαισίου της συναίνεσης, όλους αυτούς τους ανέστιους που κουβαλάνε το ίδιο αιώνιες αγωνίες των ανθρώπων για αλληλεγγύη, σεβασμό και αγάπη;

    Είναι τελικά η αναγνώριση του θεϊκού μία παράκαμψη των κανόνων ή μήπως μία επιστροφή στον ίδιο τον άνθρωπο που έχουμε παραμερίσει μέσα μας;

    Και τελικά πώς θα τα καταφέρουμε να ισορροπήσουμε όλες τις ανάγκες μας σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο; Γιατί η παράδοση στο πάθος μπορεί να μας φέρει μπροστά στον τρόμο της αλήθειας, αλλά και η διαρκής πειθάρχηση στον κανόνα μας οδηγεί σε ένα κενό χωρίς αυθεντικό βίο.

    Απαντήσεις εύκολες δεν υπάρχουν. Αγώνας του βίου είναι άλλωστε να μπορούμε να απαντάμε στις ερωτήσεις και τις προκλήσεις που μας θέτει συνέχεια η ίδια ζωή. Να ζούμε τις  ζωές μας.  Ξέροντας ότι κάτι πρέπει να προσθέσουμε κι εμείς ως σημάδι και όχι να μηδενίζουμε και να αθροίζουμε μηδενικά.

    Κι όπως λέει ο Χορός στο πρώτο στάσιμο:

    Ο χρόνος βραχύς

    και αυτός που τα μεγάλα κοιτάζει

    χάνει τα μικρά. Τα εδώ της ζωής

    η αμέλεια των θνητών με τρομάζει.

     

     

    ΦΙΛΗΜΩΝ ΚΑΡΑΜΗΤΣΟΣ

    ΜΗ ΧΑΣΕΤΕ

    ΔΗΜΟΦΙΛΗ