Αντίθετη η ΕΛΜΕ Ιωαννίνων στην εφαρμογή του «πολλαπλού βιβλίου»

Την αντίθεσή της στον τρόπο με τον οποίο προωθείται η εφαρμογή του λεγόμενου «πολλαπλού βιβλίου» στην εκπαίδευση εκφράζει η ΕΛΜΕ Ιωαννίνων, με αφορμή τη σχετική υπουργική απόφαση.

Σε ανακοίνωσή του, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΛΜΕ υποστηρίζει ότι το συγκεκριμένο μέτρο, παρά το γεγονός ότι παρουσιάζεται από την κυβέρνηση ως εργαλείο ενίσχυσης της παιδαγωγικής ελευθερίας και αναβάθμισης της εκπαιδευτικής διαδικασίας, εντάσσεται σε μια ευρύτερη πολιτική διαφοροποίησης και κατηγοριοποίησης των σχολικών μονάδων.

Σύμφωνα με την ΕΛΜΕ, το ενιαίο σχολικό βιβλίο αποτελούσε έως σήμερα βασικό παράγοντα διασφάλισης της ισότιμης πρόσβασης όλων των μαθητών στη γνώση. Η εισαγωγή διαφορετικών εγχειριδίων για το ίδιο μάθημα, όπως επισημαίνεται, ενδέχεται να οδηγήσει σε διαφοροποίηση του μορφωτικού περιεχομένου μεταξύ σχολείων και περιοχών.

Η ανακοίνωση συνδέει επίσης το «πολλαπλό βιβλίο» με τη στρατηγική της αυξημένης αυτονομίας των σχολικών μονάδων, της αξιολόγησης και της συγκριτικής κατάταξής τους. Όπως αναφέρεται, η δυνατότητα επιλογής διαφορετικών βιβλίων από κάθε σχολείο ενισχύει, κατά την άποψη της ΕΛΜΕ, λογικές ανταγωνισμού που μπορεί να οδηγήσουν στη δημιουργία σχολείων διαφορετικών «ταχυτήτων», με άνισες εκπαιδευτικές δυνατότητες.

Παράλληλα, οι εκπαιδευτικοί καλούνται, όπως σημειώνει η ΕΛΜΕ, να αξιολογήσουν και να επιλέξουν νέα διδακτικά εγχειρίδια μέσα σε περιορισμένα χρονικά περιθώρια, χωρίς να έχει προηγηθεί η απαιτούμενη επιμόρφωση και χωρίς να διασφαλίζονται επαρκείς συνθήκες συνεργασίας μεταξύ των εκπαιδευτικών.

Η ΕΛΜΕ Ιωαννίνων υπογραμμίζει ακόμη ότι η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση δεν απαντά στα διαχρονικά προβλήματα της δημόσιας εκπαίδευσης, όπως τα κενά σε προσωπικό, οι ελλείψεις σε υποδομές, η υποχρηματοδότηση, τα πολυπληθή τμήματα και η αυξανόμενη επιβάρυνση του εκπαιδευτικού έργου.

Στο πλαίσιο αυτό, ζητά να προηγηθεί ουσιαστικός διάλογος πριν από την εφαρμογή του μέτρου, να δοθεί επαρκής χρόνος μελέτης και διαβούλευσης, να εξασφαλιστεί ουσιαστική επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και να ληφθούν υπόψη οι θέσεις των εκπαιδευτικών ομοσπονδιών και των επιστημονικών φορέων. Παράλληλα, καλεί την ΟΛΜΕ να τοποθετηθεί επί του ζητήματος και να αναλάβει πρωτοβουλίες συντονισμού των αντιδράσεων του κλάδου.

Η ΕΛΜΕ καταλήγει τονίζοντας ότι η αναβάθμιση της εκπαιδευτικής διαδικασίας προϋποθέτει την αντιμετώπιση των πραγματικών αναγκών των σχολείων και τη στήριξη των εκπαιδευτικών, μέσα από έναν συνολικό και ουσιαστικό σχεδιασμό για τη δημόσια εκπαίδευση.

ΜΗ ΧΑΣΕΤΕ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ