«Η Ήπειρος δεν μπορεί να μπαίνει στην αντιπυρική περίοδο με αποδυναμωμένες Πυροσβεστικές Υπηρεσίες», αναφέρει
Σοβαρά ζητήματα στελέχωσης, υποδομών και καθυστερήσεων στην καταβολή του επιδόματος παραμεθορίου για τους πυροσβέστες της Ηπείρου αναδεικνύονται με ερώτηση που κατέθεσαν στη Βουλή οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής Ιωάννης Τσίμαρης και Ανδρέας Πουλάς, ενόψει της φετινής αντιπυρικής περιόδου.
Οι βουλευτές επισημαίνουν ότι οι Πυροσβεστικές Υπηρεσίες της περιοχής λειτουργούν με σημαντικά κενά προσωπικού, την ώρα που οι αυξημένες ανάγκες πυροπροστασίας σε μια περιοχή με εκτεταμένο ορεινό όγκο και δύσβατες δασικές εκτάσεις απαιτούν αυξημένη επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Στην ερώτηση γίνεται αναφορά στις καταγγελίες της Ένωσης Υπαλλήλων Πυροσβεστικού Σώματος Περιφέρειας Ηπείρου, σύμφωνα με τις οποίες οι συνεχείς μετακινήσεις πυροσβεστών προς άλλες περιοχές της χώρας επιβαρύνουν περαιτέρω τις ήδη υποστελεχωμένες υπηρεσίες, ενώ παραμένουν κενές κρίσιμες οργανικές θέσεις.
Παράλληλα, οι βουλευτές αναδεικνύουν την καθυστέρηση στην έκδοση των απαραίτητων υπουργικών αποφάσεων για τη χορήγηση του επιδόματος παραμεθορίου σε πυροσβέστες που υπηρετούν σε ορεινές και απομακρυσμένες περιοχές της Ηπείρου, παρότι –όπως σημειώνουν– πληρούνται τα σχετικά κριτήρια.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στις συνθήκες εργασίας των πληρωμάτων δασικών περιπολικών, τα οποία επιχειρούν για ώρες σε δύσβατες περιοχές χωρίς επαρκείς υποδομές ανάπαυσης και υποστήριξης.
Οι βουλευτές ζητούν από το αρμόδιο Υπουργείο να δώσει απαντήσεις σχετικά με την πραγματική δύναμη των Πυροσβεστικών Υπηρεσιών της Ηπείρου, τον σχεδιασμό ενίσχυσής τους, τις μετακινήσεις προσωπικού κατά την αντιπυρική περίοδο, το χρονοδιάγραμμα καταβολής του επιδόματος, καθώς και τα μέτρα βελτίωσης των συνθηκών εργασίας.
«Η προστασία της ανθρώπινης ζωής, του φυσικού περιβάλλοντος και των τοπικών κοινωνιών δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στην αυταπάρνηση των πυροσβεστών. Απαιτείται ουσιαστική ενίσχυση των υπηρεσιών, δίκαιη αντιμετώπιση του προσωπικού και αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας», υπογραμμίζει ο Ιωάννης Τσίμαρης









