Σε πολιτική και συνδικαλιστική αντιπαράθεση εξελίσσεται στην Ισπανία η διερεύνηση των αιτίων της σιδηροδρομικής τραγωδίας στην επαρχία του Τολέδο, η οποία στοίχισε τη ζωή σε 69 ανθρώπους το πρωί της Τετάρτης. Πρόκειται για το δεύτερο πολύνεκρο δυστύχημα μέσα στη χρονιά στη γραμμή Μαδρίτης – Σεβίλλης. Ο υπουργός Μεταφορών, Όσκαρ Πουέντε, αποδίδει την ευθύνη κυρίως σε λανθασμένο χειρισμό ελεγκτή κυκλοφορίας, ενώ τα συνδικάτα επισημαίνουν τις ελλείψεις προσωπικού και τη συνεχή επιδείνωση των συνθηκών εργασίας.
Την υπόθεση εξετάζουν δύο διαφορετικοί φορείς: ένας δικαστής και ειδική κυβερνητική επιτροπή. Ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ έχει δεσμευτεί ότι θα διερευνηθούν όλες οι πτυχές της τραγωδίας, ενώ ο βασιλιάς Φελίπε ΣΤ΄, μετά την επίσκεψή του σε τραυματίες στο νοσοκομείο του Τολέδο, υπογράμμισε την ανάγκη να αποσαφηνιστούν οι συνθήκες του δυστυχήματος και να ληφθούν μέτρα για την αποτροπή ανάλογων περιστατικών.
Το χρονολόγιο των γεγονότων σύμφωνα με την κυβέρνηση
Με βάση την εκδοχή που παρουσίασε η κυβέρνηση, η αλληλουχία των γεγονότων άρχισε στις 8:30 το πρωί, όταν τέθηκε εκτός λειτουργίας το σύστημα επικοινωνίας και προστασίας LZB. Το συγκεκριμένο σύστημα παρακολουθεί τη θέση των συρμών και έχει τη δυνατότητα να ενεργοποιεί αυτόματα τα φρένα, προκειμένου να αποτρέπονται συγκρούσεις.
Μετά τη διακοπή της λειτουργίας του, ο έλεγχος της ασφάλειας σε τμήμα 63 χιλιομέτρων της γραμμής μεταξύ Μαδρίτης και Σεβίλλης πέρασε αποκλειστικά στους ανθρώπινους ελεγκτές του κέντρου ελέγχου στη Μαδρίτη. Σύμφωνα με τις αρχές, εκείνη την ώρα βρίσκονταν στη συγκεκριμένη γραμμή έξι αμαξοστοιχίες.
Στις 8:36, ελεγκτής ενημέρωσε συρμό της κρατικής RENFE ότι μπορούσε να συνεχίσει την πορεία του με κανονική ταχύτητα. Την ίδια στιγμή, η αμαξοστοιχία της ιδιωτικής εταιρείας IRYO, η οποία βρισκόταν περίπου 25 χιλιόμετρα πιο κάτω, επιχείρησε επίσης να ξεκινήσει. Ωστόσο, ο μηχανοδηγός δεν μπόρεσε να παρακάμψει το αυτόματο σύστημα ακινητοποίησης και ενημέρωσε σχετικά τον ελεγκτή.
Η σύγκρουση σημειώθηκε στις 8:53, με αποτέλεσμα τον εκτροχιασμό των συρμών και την καταστροφή τμημάτων των αμαξοστοιχιών.
Ο υπουργός Μεταφορών, ο οποίος δέχεται πιέσεις για την παραίτησή του, χαρακτήρισε «ανεξήγητη» και «εσφαλμένη» την απόφαση του ελεγκτή να επιτρέψει την επανεκκίνηση του συρμού της RENFE. Όπως υποστήριξε, στη γραμμή παρέμενε αναμμένο κόκκινο σήμα, ενώ η αμαξοστοιχία της IRYO εξακολουθούσε να είναι ακινητοποιημένη.
Τα συνδικάτα απορρίπτουν την απόδοση ευθυνών στον ελεγκτή
Διαφορετική εικόνα παρουσιάζουν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων, οι οποίοι αντιδρούν στην προσπάθεια να αποδοθεί η ευθύνη σε έναν μόνο εργαζόμενο. Η Ρακέλ Αϊγιόν, εκπρόσωπος του συνδικάτου ελεγκτών SCF, δήλωσε στο Associated Press ότι ο φόρτος εργασίας είναι συχνά δυσανάλογος σε σχέση με το διαθέσιμο προσωπικό. Όπως ανέφερε, οι ελεγκτές ζητούν εδώ και χρόνια ενίσχυση των υπηρεσιών, την ώρα που τα συστήματα ασφαλείας εξακολουθούν να παρουσιάζουν βλάβες.
Η ίδια κατηγόρησε τον υπουργό ότι επιρρίπτει ευθύνες σε έναν εργαζόμενο που εκτελούσε τα καθήκοντά του υπό ολοένα δυσμενέστερες συνθήκες. Πρόσθεσε, μάλιστα, ότι το βασικό ερώτημα δεν είναι μόνο το ενδεχόμενο ανθρώπινου λάθους, αλλά και η συχνότητα με την οποία παρουσιάζονται προβλήματα στα συστήματα ασφαλείας.
Από την πλευρά του, το συνδικάτο μηχανοδηγών SEMAF υπενθύμισε ότι το σύστημα LZB, το οποίο λειτουργεί εδώ και περίπου 30 χρόνια στη γραμμή Μαδρίτης – Σεβίλλης και βρίσκεται σε διαδικασία σταδιακής αντικατάστασης, έχει παρουσιάσει αντίστοιχες αστοχίες και στο παρελθόν. Ο εκπρόσωπος Ντιέγο Μαρτίν υποστήριξε ότι η αντικατάστασή του θα έπρεπε να έχει γίνει εδώ και καιρό.
Την Πέμπτη, εργαζόμενοι στους σιδηροδρόμους συμμετείχαν σε απεργία που είχε προγραμματιστεί πριν από το δυστύχημα, διεκδικώντας την εφαρμογή των κυβερνητικών δεσμεύσεων για την ενίσχυση της ασφάλειας, μετά και την τραγωδία του Ιανουαρίου.
Παράλληλα, συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι άσκησαν κριτική για τη δημοσιοποίηση ηχητικών καταγραφών από τις επικοινωνίες μεταξύ του κέντρου ελέγχου και των μηχανοδηγών. Χαρακτήρισαν τη διαρροή των αρχείων στα ισπανικά μέσα ενημέρωσης «ανεύθυνη».
Το προηγούμενο δυστύχημα και η απελευθέρωση της αγοράς
Η νέα τραγωδία έρχεται λίγους μήνες μετά το πολύνεκρο δυστύχημα του Ιανουαρίου, σε περιοχή νοτιότερα της ίδιας σιδηροδρομικής γραμμής. Τότε, ένας συρμός εκτροχιάστηκε και συγκρούστηκε με άλλη αμαξοστοιχία που κινούνταν στην αντίθετη κατεύθυνση, με απολογισμό 46 νεκρούς. Και στα δύο περιστατικά εμπλέκονταν τρένα των εταιρειών RENFE και IRYO.
Στο πλαίσιο της συζήτησης για τα αίτια των δυστυχημάτων επανέρχεται και το ζήτημα της απελευθέρωσης της ισπανικής σιδηροδρομικής αγοράς. Μέχρι το 2021, οι υπηρεσίες υψηλής ταχύτητας εξυπηρετούνταν αποκλειστικά από κρατικούς συρμούς, ενώ στη συνέχεια δόθηκε πρόσβαση και σε ιδιωτικές εταιρείες.
Σύμφωνα με το SCF, στη γραμμή Μαδρίτης – Βαρκελώνης τα ημερήσια δρομολόγια αυξήθηκαν από 56 το 2019 σε 89 το 2024. Ο Χοάν Ροδρίγκεθ, εκπρόσωπος συνδικαλιστικού φορέα εργαζομένων στους σιδηροδρόμους, υποστήριξε ότι η αύξηση της κυκλοφορίας επιβάρυνε το δίκτυο, εκφράζοντας αμφιβολίες για το κατά πόσο η είσοδος των ιδιωτικών εταιρειών συνοδεύτηκε από αντίστοιχη ενίσχυση της συντήρησης των υποδομών.
Διευκρίνισε, πάντως, ότι δεν θεωρεί την απελευθέρωση της αγοράς καθοριστική αιτία του δυστυχήματος, επισημαίνοντας ότι ο αυξημένος φόρτος στο δίκτυο αποτελεί παράγοντα που πρέπει να εξεταστεί. Το ισπανικό σιδηροδρομικό δίκτυο εξυπηρετεί περίπου 45 εκατομμύρια επιβάτες ετησίως.







