Πέμπτη 18.08.2022
More

    ΓΙΑΝΝΙΩΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ – Πλανόδιοι πωλητές στο Κάστρο των Ιωαννίνων

    Ο χρόνος που περνά,  αλλά  γυρίζει πίσω στα γραπτά, στη μνήμη, στις καρδιές, κάθε φορά έχει και άλλο ζύγι. Καθώς ο χρόνος τρέχει, η κάθε ψυχή κάτι άλλο επιζητεί, που το άτομο μπορεί ή δεν μπορεί να ονοματίσει.

    Η σκέψη σταματά ή προχωρά μπρος στα «γιατί…», «μήπως …», «αν ..», «άραγε».

    Ο χρόνος μοιράζεται άνισα, με διαφορετική απόλαυση, αλλά με την ίδια ένταση, τις ίδιες προσδοκίες. Με την ίδια αξία για πολλούς, με άνιση κατανόηση της αξίας του, ανάμεσα στους κατοίκους των μεγάλων πόλεων, των πόλεων, των χωριών, της φύσης.   

    Χαμένος στο λαβύρινθο του μυαλού μου, γυρίζω πίσω τότε που ήμουν στις σχολικές τάξεις με τις απαραίτητες πειθαρχίες και τη ραστώνη των διακοπών.

    Οι επάλληλες στρώσεις της μνήμης ανακατατάσσονται. Κάποιες  έρχονται  πιο μπροστά και ξυπνούν στο μυαλό λησμονημένες , μισοσβησμένες εγγραφές!

    Έτσι χαρτογραφούνται τόποι, σπίτια, ανθρώπινοι χαρακτήρες. Έρχονται κοντά γεγονότα ευχάριστα ή δυσάρεστα, πολύ ή λίγο.

    Αναπολώ  περιστάσεις και καταστάσεις. Νοσταλγώ πολλά μα προσμένω πιο πολλά ευχάριστα.     

    Έρχονται στη σκέψη μου εικόνες, βλέπω πολλούς ανθρώπους από ‘κείνους που περνούσαν στο Κάστρο, στις γειτονιές του, στη γειτονιά μου.

    Πολύ ζωντανές έχουν μείνει στο μυαλό μου οι εικόνες των παιδιών με τα ψάρια. Τα είχαν περασμένα σε σχοινί ή τοποθετημένα σε καλάθι, ή σε τενεκέ με νερό και  διαλαλούσαν:  “Φρέεεεσκα ψάαααρια”. Ήταν πραγματικά φρέσκα και  τα πουλούσαν φθηνά, πολύ φθηνά.

    Πολλές οικογένειες στα Γιάννινα, δεν μπορούσαν να έχουν στο τραπέζι τους γάλα, όπως και η δική μου. Έτσι η φιγούρα του γαλατά προβάλλει καθώς τριγυρνώ στα δρομάκια του Κάστρου. Είχε την καρδάρα στην πλάτη και το χρωματιστό δοχείο μέτρησης στο χέρι, που χωρούσε ένα τέταρτο της οκάς. Τον ακούω να φωνάζει: ¨Φρέεεεσκο γάαααλα πρόοοοβειο” ή “Φρέεεεσκο γάααλα” . Σε κάποιες πόρτες χτυπούσε, στις πιο πολλές όχι. Οι νοικοκυρές έβγαιναν στην πόρτα του σπιτιού τους, με το κατσαρόλι, την κατσαρόλα και έπαιρναν όσο χρειαζόταν. Ήταν φρέσκο, ανόθευτο και πιο φθηνό από τα γαλακτοπωλεία.   

    Άλλες φορές περνούσε ο πλανόδιος λαδάς.

    Είχε φωνή που μου φαινόταν λίγο φάλτσα, αλλά ακόμη ηχούν στα αυτιά μου, τα λόγια του: «Έχουμε λάδι τσάμικο, με δοκιμή το δίνουμε». Κανένας δεν έλεγε το όνομά του, όλοι τον έλεγαν “ο λάδι τσάμικος”. Είχε σπίτι στο Κάστρο, στη τζιούνοβα, στη βρύση.

    Το κάρο του ήταν σκεπασμένο και το έσερνε άλογό. Πουλούσε είδη παντοπωλείου και πάντα είχε το μολύβι στ’ αυτί του. Μερικά σπίτια είχαν μπλοκάκι. Εκεί και στο τεφτέρι του “λάδι τσάμικου”, γραφόταν τα χρωστικά του κάθε πελάτη, τα πόσα έδινε, τα πόσα χρεωστούσε.

    Μέσα στο Κάστρο υπήρχαν τρία παντοπωλεία και ένας φούρνος. Το ένα από τα παντοπωλεία  ήταν και καπηλειό (ουζοπαντοπωλείο), με πέντε τραπέζια!

    Ο ταχυδρόμος δεν έχει αλλάξει και πολύ. Τότε φώναζε “ο ταχυδρόμος” και τα ονόματα των ανθρώπων που είχαν γράμμα… Τότε τα γράμματα ήταν η μοναδική γραμμή  επικοινωνίας για τους πιο πολλούς. Σήμερα …

    Κάθε τόσο σε ταχτικές, διαφορετικές  μέρες και ώρες, ερχόταν δυο χειροκίνητα κάρα, με υφάσματα. Φώναζαν “ο εμποράααακος”. Η κυρά Βούλα, η κυρά Ρήνα, η κυρά Αθηνά, η κυρά Ελισάβετ (Ελισώ), η κυρά Δέσπω, που είχαν ραπτικές μηχανές αγόραζαν υφάσματα με τον πήχη. Ξετύλιγαν τα τόπια με τα υφάσματα, τα έστρωναν στο κάρο και η μια πάνω στο σώμα τους ή στο κορμί της άλλης, για να τα δουν καλύτερα. Σχολίαζαν την ποιότητα, κοίταζαν την ούγια και το ταίριασμα με το τι ήθελαν να φτιάξουν. Έκαναν παζάρια και τα έγραφαν στα μπλοκάκια τους ή τα εξοφλούσαν. Κάποιες νοικοκυρές κρυφοκοίταζαν  από τα παραθύρια τους.

    Κάποιες άλλες έκοβαν τα ρούχα των μεγαλύτερων που δεν μπορούσαν να τα μπαλώσουν και έφτιαχναν ρούχα για τους μικρότερους του σπιτιού. Τα γάζωναν στις μηχανές “Σίγγερ” της γειτόνισσας. Έτσι απέκτησα το πρώτο μου μακρύ παντελόνι.

    Μαχαίρια, ψαλίδια, γκιρτιδένια για τρόοοοχισμα (εγώ άκουγα «γιατρός είμαι») φώναζε ο τροχιτζής. Κουβαλούσε τον τροχό στην πλάτη και  ένα μεταλλικό βαλιτσάκι. Ακόνιζε τα εργαλεία, πατώντας με το πόδι του σε πετάλι που γύριζε ένα τροχό σαν στεφάνι ποδήλατου και αυτός γύριζε το μικρό τροχό όπου ακονίζονταν τα εργαλεία. Οι σπίθες πεταγόταν από το πάνω μέρος του μικρού τροχού, διέγραφαν τροχιές και έπεφταν στο έδαφος ή έσβηναν στη διαδρομή τους. Έπειτα έκανε έλεγχο για το πόσο καλά το τρόχισε, κόβοντας κάποιο ύφασμα και με το δάχτυλό του. Έλεγαν πως το τρόχισμά του ήταν άριστο!

    Ο φούρνος που είναι έξω από το Κάστρο, βγαίνοντας από την κεντρική πύλη του, υπάρχει ακόμη. Είχε δίπλα του το καλατζήδικο, που είχαν με τον πατέρα τους οι καστρινοί, αδελφοί Μπέλλου. Πέρναγαν από τις γειτονιές φωνάζοντας “ο γααανωτζήηηης, χαλκώματα γανώνωωω”. Ήξεραν πότε θα πάνε στο κάθε σπίτι, για να πάρουν και να γανώσουν τα χαλκώματα. Είχαν κρεμασμένο χιαστί στην πλάτη τους  παραδοσιακά, ένα τσουβάλι κομμένο στο μήκος του, ραμμένο σ’ αυτό που συνήθως είναι ανοιχτό και δεμένο με τριχιά στα δυο μέρη του ανοιχτού μέρους. Ο τρόπος που έβαζαν τα χαλκώματα μέσα στο τσουβάλι, τους έδινε τη δυνατότητα να κουβαλάνε πολλά σκεύη.

    Πολλές φορές εμείς οι μικροί παρακολουθούσαμε τον τρόπο που γινόταν το γάνωμα. Οι γανωτζήδες είχαν ένα γαλήνιο ύφος, όταν έκαναν, με μεράκι, το γάνωμα. Έπειτα χάιδευαν το όμορφο μέρος του χαλκώματος και το καθάριζαν.

    Γραφικός ήταν ο  σκουπιδιάρης  με το κάρο του και το περιποιημένο άλογό του. Όταν ερχόταν στη γειτονιά μας, φώναζε: ” Αραπμαζήηηης ωρέεεε, βγάλτε τα όοοοξω ορέεεε”. Άδειαζε τους τενεκέδες με τα σκουπίδια με αστεία και χαρωπά πειράγματα. “Κυρά Ευδοκία”, φώναζε στη μάνα μου, “φέρε τα σκουπίδια σου και πάρε αυτά για τις κότες σου”! Τα φλούδια, τα αποφάγια, που σχεδόν δεν υπήρχαν, τα έτρωγαν οι κότες ή τα έθαβαν στους κήπους. Τα πιο πολλά σπίτια στο Κάστρο είχαν κοτέτσι στους κήπους τους. Τώρα έμειναν λίγα.

    Τα σκουπίδια στο κάρο του ήταν ταχτοποιημένα και κάποια χωρισμένα.

    Αν και τα πιο πολλά σπίτια είχαν κοτέτσι, κάθε τόσο περνούσε ο Μήτσος με ένα καλάθι αυγά και κοτόπουλα κρεμασμένα στην πλάτη του. Φώναζε: “Φρέεεσκα σημερινά αυγάααα. Ζωντανά κοτόοοοπουλα”.

    Μια μέρα την ώρα που περνούσε έξω από τον κήπο μας, ακούστηκε το ” κικιρίιιικου” του κόκορά μας!

    Ο κοτοπουλάς ζήτησε να αγοράσει  τον κόκορα. Η μάνα μου αρνήθηκε και τότε αυτός της ζήτησε να του κρατήσει δώδεκα αυγά. Η μάνα μου του κράτησε και μετά από ένα χρόνο, αυτός καυχιόταν για τα κοκόρια που  είχε και το μαγευτικό τους λάλημα.

    Ο φαλαρίδας περνούσε και αυτός με τις φαλαρίδες κρεμασμένες στην πλάτη του. Πολλοί είναι αυτοί που ήξεραν και ξέρουν να τις μαγειρεύουν. Ο φαλαρίδας κυνηγούσε μόνος του τις φαλαρίδες και μόνος του τις πουλούσε.

    “Μέεεεντα μυρωδάααατη”, φώναζε. Την είχε τυλιγμένη σε ένα στρογγυλό  ξύλινο κοντάρι, γύρω στα δύο μέτρα ύψος.. Ένα τούλι προφύλαγε την μέντα από τα έντομα. Ήταν καλοφτιαγμένη με τρία χρώματα . άσπρο, κόκκινο, πράσινο, σαν τρεις κορδέλες  από γαϊτανάκι, σε μορφή σωλήνα με πάχος δέκα εκατοστά.. Ο μεντάς, ο κυρ Τάκης, ανάλογα με τα χρήματα που θα του έδινες, τραβούσε το κάτω μέρος της μέντας την έκανε λεπτή, την έκοβε και την έδινε στον πελάτη. Πραγματικά ήταν μυρωδάτη. Όταν πλησίαζες στο κοντάρι η μυρωδιά σου γαργαλούσε τη μύτη και σου έτρεχαν τα σάλια!

    Στις γειτονιές του Κάστρου ερχόταν ο μανάβης με το γαϊδούρι του. Είχε τέσσερα κοφίνια δεμένα αριστερά και δεξιά από το σαμάρι  και ένα πιο ρηχό πάνω στο σαμάρι. Είχε μπάσα φωνή και διαλαλούσε την πραμάτεια του φωνάζοντας:” Ντομάααατες-μπαρμπόύουουουνια. Μπάαααμιες-μελιτζάααανες-αγγουράααακια”. Το γαϊδούρι του εκτελούσε με παραδειγματική υπακοή τα παραγγέλματα του μανάβη. Με το όοοπ σταματούσε και με το πάαααμε ξεκινούσε. Είχε μάθει το δρομολόγιο και δεν χρειαζόταν να το τραβήξει για να στρίψει. Όταν γκάριζε αυτός του έλεγε με φωνή και χειρονομίες, πιο δυνατά ή πιο σιγανά και αυτό μισοεκτελούσε! Θυμάμαι πόσο γελούσαμε τότε με τον μανάβη μαέστρο. Όταν έφταναν στη ραχούλα της γειτονιάς μου, το άφηνε να βοσκήσει. Τότε οι πελάτες  περίμεναν. Πάντα το πότιζε στη βρύση του Κάστρου!

    Με φρέσκα σκόρδα, κρεμμύδια, σαλάτες και ντομάτες, ερχόταν και ο Μιχάλης από τα μποστάνια (στο Μάτσικα).

    Δε φώναζε δυνατά, αλλά έλεγε “γκόια-μια -άτες” (σκόρδα-κρεμμύδια-σαλάτες-ντομάτες). Περνούσε τα απογεύματα και πολλοί αγόραζαν, γιατί τα πουλούσε φτηνά και ήταν πολύ συμπαθητικός. Σε δυο οικογένειες, που ήξερε ότι ήταν πολύ φτωχές, τα δώριζε.

    Εμείς δεν αγοράζαμε λαχανικά, γιατί ο πατέρας του Γιώργου του Σαππάπ  του συμμαθητή μου, με τον Κλή (Ηρακλή αδελφό του Γιώργου)  καλλιεργούσαν λαχανικά στα μποστάνια και ξέροντας, ο Γιώργος,  την οικονομική μας κατάσταση, μου επέβαλε να πηγαίνω κάθε τόσο και να μου δίνει λαχανικά που δεν είχαμε στον κήπο μας. Τον κήπο μας τον φρόντιζε η μάνα μου. Το σκάψιμο ήταν δουλειά του αδελφού μου Παύλου και δική μου.

    Όταν ερχόταν το χειροκίνητο καροτσάκι με φρούτα, δεν είχε πολλές οκάδες φρούτα, ήθελα να μπορούσα να αγοράσω ένα πορτοκάλι και να το φάω μόνος μου. Τις λίγες φορές που  τότε, αγοράζαμε πορτοκάλι τρώγαμε από… μια φέτα! Η επιθυμία μου έγινε πραγματικότητα όταν άρχισε να δουλεύει ο πατέρας μου και, πολύ περισσότερο, όταν άρχισα να δουλεύω. Πάντα όταν έχω στα χέρια μου πορτοκάλι ή μανταρίνι, έρχονται στο μυαλό μου οι εποχές της ανέχειας.

    “Νεραντζάκι καλό νεραντζάκι” φώναζε. Είχε στο κεφάλι του μια πάνινη κουλούρα και πάνω σε αυτήν μια ψάθινη κανίστρα, που ισορροπούσε θαυμάσια καθώς περπατούσε διαλαλώντας την πραμάτεια του. Κάποιες φορές είχε πράσινα μικρά νεράντζια και άλλοτε  μεγάλα πορτοκαλί.

    Το γλυκό από νεράντζι ήταν από τα αγαπημένα των Γιαννιωτών.

    Όμως οι πιο πολλοί καστρινοί είχαμε μαρμελάδα από κούμπλο και γλυκό από κυδώνι με μπαρμπαρόζα. σε γυάλινα δοχεία!

    Μια φορά  η μάνα μου είχε φτιάξει γλυκό από τα κυδώνια της αυλής μας. Το είχε βάλει στο υπόγειο του σπιτιού. Όταν χρειάστηκε να πάρει γλυκό, με έκπληξη είδε να μη υπάρχει ούτε κουταλιά και το βάζο πλυμένο!

    Το είχε φάει όλο ο Παύλος, ο αδελφός μου!

    Και σήμερα περνάει από τις γειτονιές ο παλιατζής φωνάζοντας μέσα από το αυτοκίνητό του: “Παλιά σίδερα, παλιά καλοριφέρ, παλιά κρεβάτια, … αγοράζω. Καθαρίζω κήπους, υπόγεια, ο πα-λια-τζήηηης”.

    Τότε ο παλιατζής φώναζε:” Παλιά σίδερα, παλιά χαλκώματα, παλιά ρούχα, παλιά παπούτσια, … αγοράζω. Ο πα-λια-τζήηηης”,  και έσπρωχνε το χειροκίνητο καρότσι του.

    Μόλις ακουγόταν το:” κουμπιά, μουλινέδες, βελόνια, βελονάκια-κλωστές για τα κεντήηηματααα σας”, έτρεχαν οι όμορφες να ψωνίσουν, ό,τι χρειάζονταν για τα ωραία κεντήματά τους. Η μάνα μου και όλες σχεδόν οι γειτόνισσες μας,  κεντούσαν. Ακόμη και τώρα τα κεντήματά τους, μοιάζουν σα σημερινά.

    Είχε ένα κάρο με άλογο. Πάνω στο κάρο είχε μια ντουλάπα με πολλές σειρές από συρτάρια. Έξω από κάθε συρτάρι είχε ετικέτα ή κάτι σχετικό με το περιεχόμενό του. Οι κινήσεις του ήταν σαν να σέρβιρε κάτι, σαν τον φακίρη που εμφανίζει κάτι απότομα. Πάντα παίνευε τα όσα πουλούσε, για την αντοχή τους, την εμφάνισή τους, την ποιότητά τους. Όταν τον ρωτούσαν για την τιμή που έπρεπε να πληρώσουν, απαντούσε: ” Κάνει πέντε δραχμές μα η αφεντιά σας-η ομορφιά σας, θα δώσει τέσσερα”!  Πάντα έλεγε κάτι παρόμοιο με χαμόγελα και χάριζε και μια σειρά τσιμπιδάκια.

    Μια μέρα η μάνα μου του ζήτησε τρία μέτρα  στρογγυλό λάστιχο. Μέτρησε από το λάστιχο που είχε τρία μέτρα και θα του έμεναν κάτι λιγότερο από ένα μέτρο, “πάρτο όλο” της είπε και δεν χρέωσε κάτι παραπάνω!

    Μόλις έρχεται η Άνοιξη θυμάμαι το κάρο με άλογο, που ήταν γεμάτο κολώνες πάγο και τον παγοπώλη να φωνάζει: “Ο παγοπώωωωλης” . Έπειτα τον θυμάμαι, τον βλέπω με το πριόνι να κόβει τον πάγο,  να τον πουλάει και το απ’ το κάρο να πέφτουν παγωμένα νερά . Πλησίαζα το κάρο και γέμιζα τις χούφτες μου με αυτό. Τα ψυγεία με πάγο ήταν τότε, της μόδας.

    Ο παγωτατζής, που περνούσε από τις γειτονιές του Κάστρου, στην αρχή πουλούσε παγωτό χωνάκι, φωνάζοντας: “Παγωτό καϊμάκι, παγωμένο και απ’ τον Όοοολυμπο  φερμένοοο”. Μετά ήρθαν τα έτοιμα παγωτά της ΕΒΓΑ. Τότε ο παγωτατζής φώναζε: ” ΕΒΓΑ παγωτά μ’ ένα φρίγκο, φράγκο”.

    Ο σαλεπιτζής περνούσε λίγες φορές από το Κάστρο, μια και λίγο πιο έξω από το Κάστρο υπήρχαν δυο μαγαζιά που πουλούσαν σαλέπι. Μια  από τις φορές που ήρθε  ο σαλεπιτζής  στη γειτονιά μας ο πατέρας μου αγόρασε ένα ποτήρι για να δοκιμάσουμε εμείς. Μόλις έβαλε στο ποτήρι το σαλέπι, ο πατέρας μου του είπε: “Βάλε διπλό τσιντζφίλ” (τσιντζιφίλ είναι η σκόνη από το σαλέπι με λίγο κανέλα που ρίχνει ο σαλεπιτζής στο πάνω μέρος του ποτηριού με το σαλέπι).

    Όταν μοίραζα και πουλούσα ντόπιες εφημερίδες, απέναντι από το σημείο που τώρα είναι  το Διεθνές, ήταν το ξενοδοχείο Αβέρωφ. Στην πάνω μεριά προς την Όαση, ένα μέρος του ήταν περίπτερο. Εκεί πουλούσε όταν έβρεχε, κάποιος σαλέπι. Πόσο ζήλευα αυτούς που αγόραζαν και έπιναν σαλέπι.

    Μέσα στο Κάστρο στην οδό Γλυκίδων ο Πέτρος και η οικογένειά του, έφτιαχναν γλειφιτζούρια στρογγυλά και κοκοράκια, παστέλια μικρά και μεγάλα, ξηρολούκουμα, καραμέλες, σε πολλά είδη… Πολλές φορές μας μοίραζε καραμέλες και για μας μια καραμέλα, ήταν μεγάλο δώρο.

    Έξω από την πύλη του Κάστρου, ο Μανώλης ο καστρινός, πουλούσε με την τάβλα του γλυκά, καραμέλες, μπισκότα, λουκούμια… φωνάζοντας: “Απ’ το γέρο το Μανώλη, από ένα πάρτε όλοι. Μπρος στην πόρτα Αλή-Πασά έχω φως για τα παιδιά”. Είχε φως με ασετιλίνη και γύρω ο κόσμος όλο και κάτι αγόραζε.

    Είναι όμορφο να θυμάσαι. να φιλοτεχνείς εικόνες, πορτραίτα των τότε ανθρώπων και με τι ασχολιόταν. Έτσι βλέπεις, αισθάνεσαι τους μετασχηματισμούς και συγκρίνεις πρόσωπα, επαγγέλματα, χαρακτήρες, συμπεριφορές. συνήθειες.

    Θυμάσαι γείτονες και γειτονιές που κρατούσαν τη ζεστασιά και τη ζωντάνια τους. Κρατούσαν την αθωότητά τους και οι γείτονες την ελπίδα για ομορφότερες και  πολλές χαρούμενες μέρες.

    Μου αρέσουν οι χρόνοι που οι άνθρωποι φαίνονται, είναι αναγνωρίσιμοι. Οι χρόνοι, που οι πόρτες είναι ανοιχτές και οι αυλές γεμάτες δέντρα . Οι χρόνοι που οι μπουγάδες ανέμιζαν στους κήπους και οι γειτόνισσες  δάνειζαν το καζάνι τους. Θυμάμαι τους χρόνους που όλα ήταν λαμπερά και πολλά πρωτοφανέρωτα όπως το ραδιόφωνο, η προσελήνωση… Ζωντανεύει μέσα μου η ελπίδα και η προσμονή για το αινιγματικό και μυστηριώδες αύριο.

    Δε μου αρέσουν όσοι μας οδηγούν σε μια κοινωνία όλο και πιο εγωιστική, όλο και πιο αδιάφορη για τους άλλους και το περιβάλλον,  που όλο και πιο πολύ ο καθένας ενδιαφέρεται μόνο για τον δικό του υλικό πλουτισμό και τη δική του καλοπέραση, που την θεωρεί ευτυχία!

    Μου αρέσουν όσοι έχουν καρδιά για ν’ αγαπούν, να χαμογελούν, να αλληλοβοηθούνται. Μυαλό για να σκέφτονται. Αντοχές για να αντιμετωπίζουν την καθημερινότητα, να τραγουδούν, να χορεύουν. Μάτια να βλέπουν, αυτιά να ακούνε και λογική να κρίνουν, ν’ αποφασίζουν, να είναι ελεύθεροι.

    Απρόβλεπτη η μοίρα που έριξε τη σκιά της, τη μούχλα της σε ορισμένες ασχολίες, σε επαγγέλματα, σε όμορφες εικόνες!

    Γι’ αυτούς τραγουδώ δυνατά ή νοερά, όταν είμαι στη γειτονιά μου.

    Όλα τα κρίνει και τα συγκρίνει ο χρόνος.

    Με ρωτάνε ποιοί χρόνοι σου αρέσουν πιο πολύ;

    Χαμογελώ και συνεχίζω.

     

     

    Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΑΚΡΙΔΗ

    ΜΗ ΧΑΣΕΤΕ

    OAED

    ΔΗΜΟΦΙΛΗ