Πώς γεννιέται το θανατικό κι ο πόλεμος; Και πώς σταματούν;
Ένα μικρό μαχαίρι χαμένο μέσα στο ανδρικό χέρι κι όμως μπορεί να προκαλέσει τόσο κακό. Η Μάνα στέκεται στην άκρη της σκηνής, στο τέλος του Ματωμένου Γάμου και αναρωτιέται πώς γεννιέται ο θάνατος κι ο σκοτωμός, βαθιά μέσα από τον άνθρωπο.
Η παράσταση του Θεσσαλικού Θεάτρου σε σκηνοθεσία του Κώστα Τσιάνου που είδαμε στα Γιάννενα το βράδυ της Δευτέρας, συναντά ένα κοινό που αναζητά σχεδόν με αγωνία, κάτι αυθεντικό, μία γνήσια έκφραση όλων αυτών των ερωτημάτων και των φόβων που μας καταπνίγουν σήμερα.
Στις μέρες μας δεν μπορείς να δεις ένα έργο σαν τον Ματωμένο Γάμο, σαν μια ιστορία για τον έρωτα, αλλά σαν μια ιστορία για τον θάνατο και το σκοτάδι του σκοτωμού. Είναι τόσο το θανατικό γύρω μας που σε κάνει να αναρωτιέσαι τι έχει πάει τόσο λάθος, γιατί έχει μαυρίσει τόσο πολύ ο κόσμος.
Ο Λόρκα αγαπήθηκε πολύ στην Ελλάδα, γιατί πιάνει μία φλέβα από τον αγροτικό κόσμο που είναι τόσο νωπός ακόμα στην ιστορική μας διαδρομή και τη γενεαλογία μας, μια ιστορία που μοιάζει κοινή σε αυτή τη μεγάλη μεσογειακή ζώνη, στον ευρωπαϊκό νότο, που όλο τον 20ο αιώνα ψάχνει να βρει από πού να πιαστεί μέσα σε αυτή τη μεγάλη μετάβαση του κόσμου, με σταθμούς αιματηρούς εμφυλίους και στρατιωτικές δικτατορίες, πολέμους, μετανάστευση, εγκατάλειψη των χωριών και της υπαίθρου και βίαια αστικοποίηση. Στην παράσταση τα κοστούμια του Γιώργου Ζιάκα μοιάζουν να γίνονται γέφυρες σε αυτό το πέρασμα του αιώνα, ένα συνεχές οικείο, σε έναν κόσμο που έχει αλλάξει πια τόσο πολύ που δεν τον αναγνωρίζουμε. Μόνο η δίψα για θάνατο έρχεται αναπάντεχα λες και μας θυμίζει το βαθύ έρεβος που γεννά την ανθρώπινη ιστορία ως και τις μέρες μας.
Η Ειρήνη τώρα, όπως την έπιασαν ο Φοίβος Δεληβοριάς και ο Νίκος Καραθάνος και την είδαμε στο αρχαίο θέατρο της Δωδώνης, στις αρχές του Αυγούστου, αναρωτιέται για το πώς διάολο οι άνθρωποι δεν μπορούν να σταματήσουν τον πόλεμο ενώ ξέρουν τι κακό κάνει. Ξέρουν; Μπορεί και να ξέρουν, αλλά πολλοί έχουν συμφέρον από τον πόλεμο, βγάζουν λεφτά, έχουν εξουσίες, περνάνε καλά. Άλλοι πεθαίνουν άλλωστε. Και ποιος θα το ακούσει εκείνο το αγροτόπαιδο που το πήραν από τον τόπο που ζούσε τη μικρή και ανέμελη ζωή του και το έστειλαν στη μάχη;
Αυτή η Ειρήνη απευθύνεται στον κόσμο του σήμερα, που ξέρει τι γίνεται, που ξέρει πόσο έχει αλλάξει ο κόσμος, από την καλή κι από την ανάποδη, αλλά δεν μπορεί να βρει το γιατί δεν έχει σταματήσει το μεγάλο κακό. Και το μεγάλο κακό είναι η επίθεση στον άνθρωπο και τη ζωή του, ο θάνατος που έχει γίνει εμπόρευμα, ο πλούτος που βγάζει λεφτά από τον σκοτωμό. Θα κάνουμε κάτι για να έρθει η ειρήνη ή θα συνεχίσουμε να βολευόμαστε με την όποια καλοπέραση καταφέραμε, μέσα σε οικεία καταφύγια με μικρές νίκες στην καθημερινότητα, ήττες και θλίψεις, επιτυχίες και εγωισμούς, ήρωες της ατομικότητας, αλλά θεατές σε έναν κόσμο που αφήνουμε άλλους να τον κυβερνάνε. Είμαστε καλά, άραγε;
ΦΙΛΗΜΩΝ ΚΑΡΑΜΗΤΣΟΣ
από την εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» 26-8-2026






