Ένα εύρημα ηλικίας περίπου 7.200 ετών, το οποίο θεωρείται το αρχαιότερο σωζόμενο δείγμα κατεργασμένου δέρματος που έχει ανακαλυφθεί μέχρι σήμερα, εντοπίστηκε σε σπήλαιο νότια της Γρανάδας, στην Ισπανία. Πρόκειται για δύο μικρά τμήματα ζωικού δέρματος, τα οποία είχαν παραμείνει κρυμμένα ανάμεσα στις πέτρες ενός χαμηλού τοίχου που κατασκεύασαν μεταλλωρύχοι τον 19ο αιώνα.
Όπως αναφέρει η ισπανική εφημερίδα «El País», οι εργάτες που πραγματοποιούσαν εξορυκτικές εργασίες στον χώρο δεν γνώριζαν πιθανότατα ότι βρίσκονταν μέσα σε έναν αρχαίο τόπο ταφής. Για χιλιάδες χρόνια, οι τελευταίοι πληθυσμοί της Παλαιολιθικής περιόδου στην Ιβηρική Χερσόνησο, αλλά και οι πρώτες νεολιθικές κοινότητες που έφτασαν από την Ανατολή μέσω θαλάσσης, χρησιμοποιούσαν το σπήλαιο για την ταφή των νεκρών τους.
Τα δύο θραύσματα ενδέχεται να αποτελούσαν μέρος ενδύματος με το οποίο είχε καλυφθεί ένας από τους νεκρούς. Οι σύγχρονες αρχαιολογικές και γενετικές αναλύσεις, πέρα από τη σημασία του ίδιου του ευρήματος, προσφέρουν νέα στοιχεία για την άφιξη των πρώτων εξημερωμένων κατσικιών και των κτηνοτρόφων τους στη νότια Ιβηρική.
Το Σπήλαιο των Νυχτερίδων και η αρχαιολογική του ιστορία
Το εύρημα προέρχεται από το λεγόμενο «Σπήλαιο των Νυχτερίδων», λίγα χιλιόμετρα από τις ακτές της Μεσογείου, έναν χώρο με ιδιαίτερη σημασία για την αρχαιολογία της Ιβηρικής.
Στο ίδιο σπήλαιο έχουν εντοπιστεί τα αρχαιότερα υποδήματα που έχουν βρεθεί στην Ευρώπη. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονται σανδάλια κατασκευασμένα από πλεγμένες ίνες σπάρτου, τα οποία εκτιμάται ότι ενδέχεται να ανήκαν σε παιδί που είχε ταφεί εκεί.
Η χρήση του σπηλαίου ως νεκροταφείου εκτείνεται σε διάστημα μεγαλύτερο των 6.000 ετών, από την Παλαιολιθική περίοδο έως και την Εποχή του Χαλκού. Ωστόσο, η μεταγενέστερη αξιοποίησή του για εξορυκτικές δραστηριότητες είχε ως αποτέλεσμα να χαθεί μεγάλο μέρος των αρχαιολογικών ευρημάτων.
Στα μέσα του 19ου αιώνα, οι μεταλλωρύχοι εντόπισαν στο εσωτερικό του μεγάλες ποσότητες γουάνου, δηλαδή φυσικού λιπάσματος που προέρχεται από τα περιττώματα των νυχτερίδων. Αργότερα ανακαλύφθηκε και γαληνίτης, ορυκτό από το οποίο εξάγεται μόλυβδος.
Κατά τη διάρκεια των εργασιών, οι εργάτες βρέθηκαν μπροστά σε ανθρώπινους σκελετούς και ταφικά αντικείμενα, μεταξύ των οποίων και ένα χρυσό διάδημα. Όπως περιγράφει η «El País», πολλά από αυτά απομακρύνθηκαν και απορρίφθηκαν, λεηλατήθηκαν από κατοίκους της περιοχής ή χρησιμοποιήθηκαν ως οικοδομικά υλικά για τις εξορυκτικές εγκαταστάσεις.
«Στην πρώτη εξορυκτική δραστηριότητα, στην προσπάθειά τους να βρουν μόλυβδο, άνοιξαν μια στοά όπου ανακάλυψαν σώματα και κτερίσματα», εξηγεί ο Φρανθίσκο Μαρτίνεθ, αρχαιολόγος στο Πανεπιστήμιο του Αλκαλά και επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης.
Όπως προσθέτει, οι εργάτες αντιμετώπισαν τα ανθρώπινα λείψανα σαν απορρίμματα και τα πέταξαν έξω από τη στοά. Ωστόσο, αρκετά αντικείμενα παρέμειναν στο εσωτερικό της, καθώς οι μεταλλωρύχοι κατασκεύασαν χαμηλούς τοίχους για να διευκολύνουν την κίνησή τους στον χώρο.
Στο πλαίσιο νεότερης αρχαιολογικής έρευνας, παρά τη μεγάλη καταστροφή που είχε υποστεί ο χώρος, οι επιστήμονες εντόπισαν τα δύο τμήματα δέρματος ανάμεσα στις πέτρες ενός τέτοιου τοίχου.
Δέρμα ηλικίας 7.200 ετών με ραφές και διακοσμητικά στοιχεία
Οι αναλύσεις που πραγματοποιήθηκαν στα δύο ευρήματα επιβεβαίωσαν ότι πρόκειται για κατεργασμένο ζωικό δέρμα, το οποίο χρονολογείται πριν από περίπου 7.200 χρόνια.
Η εξέταση έδειξε ότι το υλικό είχε υποστεί ειδική επεξεργασία, είχε ραφτεί και έφερε διακοσμητικά στοιχεία με τη μορφή καρφιών. Παρότι υπάρχουν έμμεσες ενδείξεις ότι η κατεργασία δέρματος εφαρμοζόταν και παλαιότερα, τα συγκεκριμένα θραύσματα αποτελούν το αρχαιότερο διατηρημένο δείγμα κατεργασμένου δέρματος που έχει εντοπιστεί μέχρι σήμερα.
Σύμφωνα με τον Φρανθίσκο Μαρτίνεθ, το αντικείμενο φαίνεται ότι αποτελούσε ένδυμα κάποιου από τους ανθρώπους που είχαν ταφεί στο σπήλαιο. Σε αυτό το συμπέρασμα οδήγησε και ο εντοπισμός ίχνους αρχαίου ανθρώπινου DNA στο υλικό.
Οι ερευνητές εκτιμούν, ειδικότερα, ότι το δέρμα ενδέχεται να αποτελούσε τμήμα προστατευτικού θώρακα για το στήθος, τον οποίο χρησιμοποιούσε ένας τοξότης κατά τη χρήση του τόξου.
Η εκτίμηση αυτή συνδέεται με ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο της αρχαιολογικής έρευνας: στο ίδιο σπήλαιο έχουν βρεθεί τα αρχαιότερα γνωστά κατάλοιπα τόξων και βελών στην Ευρώπη.







