Σάββατο 29.01.2022
More

    Ο Κ. Τασούλας εγκαινίασε την Έκθεση του Ιδρύματος της Βουλής «Εγώ την αλήθεια….»

    Απομνημονεύματα, Υπομνήματα, Ενθυμήματα, Αναμνήσεις, Διηγήσεις

    «Το 1821 δεν αναμετρήθηκε μόνο, επιτυχώς, με την οθωμανική αυτοκρατορία, έμελλε δύο αιώνες μετά να αναμετρηθεί και με μια αλλόκοτη και πολύ επικίνδυνη κατάσταση η οποία μας έζωσε τα δύο τελευταία χρόνια και που, παρά ταύτα, δεν εμπόδισε τον προσεκτικό εορτασμό, τον πλούσιο αναστοχασμό και τις εντυπωσιακές εκθέσεις γύρω από αυτό το γενέθλιο γεγονός του νεοελληνικού κράτους». Αυτά τόνισε ο Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων, κ. Κωνσταντίνος Τασούλας, εγκαινιάζοντας την έκθεση του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία «Εγώ την αλήθεια…» – Απομνημονεύματα, Υπομνήματα, Ενθυμήματα, Αναμνήσεις, Διηγήσεις, με θέμα τα απομνημονεύματα των αγωνιστών της Επανάστασης του 1821, στο πλαίσιο του φετινού εορτασμού των 200 ετών από την έναρξή της.

    Ο Πρόεδρος της Βουλής αναφερόμενος στα 21 επιλεγμένα απομνημονεύματα αγωνιστών που περιλαμβάνει η έκθεση, υπογράμμισε πως «πρέπει να δούμε αυτά τα απομνημονεύματα υπό το πρίσμα ότι εγράφησαν από ανθρώπους που τα έζησαν, που είχαν πάθη, που είχαν μια προσωπικότητα, που είχαν αντιθέσεις, αλλά που η συνισταμένη όλων αυτών των περιγραφών και όλων αυτών των συμμετοχών οδήγησε στο νεοελληνικό κράτος».

    Ο κ. Τασούλας αναφέρθηκε στην ενεργό συμμετοχή της Βουλής «μεταξύ των σημαιοφόρων», όπως αρμόζει, «στον μοναδικό και ανεπανάληπτο για πολλές γενιές εορτασμό» των 200 ετών από το ξέσπασμα της Επανάστασης του ’21, «μέσω του Ιδρύματός της, της Βιβλιοθήκης της, της Ολομέλειας και των σκέψεών της». Όπως επεσήμανε, «όλα αυτά μαζί αποτελούν μια απολύτως φυσιολογική συνεισφορά του πρώτου δημόσιου θεσμού της Ελλάδας, όπως ήταν η Βουλή, που συνέβαλε στη συγκρότηση και στην καταγραφή της μνήμης για το 1821».

    Ο Γενικός Γραμματέας του Ιδρύματος της Βουλής για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου, τόνισε πως «αυτή η έκθεση αποτελεί μία από τις κορυφώσεις των δράσεων του Ιδρύματος για τη μεγάλη επέτειο» και συνδέεται και με το εκδοτικό και ερευνητικό του πρόγραμμα. Όπως σημείωσε, τα απομνημονεύματα μας δίνουν «μια λίγο διαφορετική, πιο ζεστή, πιο άμεση εικόνα, μέσα από την ανθρώπινη εμπειρία του 1821, μέσα από τα μάτια των ανθρώπων που το έζησαν».

    Ο πρόεδρος της επιστημονικής επιτροπής της έκθεσης, κ. Σταύρος Ζουμπουλάκης, αναφέρθηκε στην πρωτοτυπία και τη σημασία της έκθεσης κι ευχήθηκε «να έχει την απήχηση που της αξίζει και να την επισκεφθεί αρκετός κόσμος».

    Παρουσιάζοντας την έκθεση, η επιμελήτριά της, κ. Άννα Ενεπεκίδου, ανέφερε ότι «είναι κατά πολλούς τρόπους παιδί του εορτασμού των 200 ετών από την Ελληνική Επανάσταση» προσθέτοντας πως «απαντά σε ερωτήματα που στρέφονται γύρω από τις προσωπικές μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν την Επανάσταση και έγραψαν για τα βιώματά τους» και προσκάλεσε το κοινό να γνωρίσει τους είκοσι έναν απομνημονευματογράφους και την ιδιαίτερη ματιά του καθενός.

    Στα εγκαίνια της έκθεσης του Ιδρύματος της Βουλής παρέστη και ο πρώην Πρόεδρος του Κοινοβουλίου, κ. Απόστολος Κακλαμάνης.

    Πληροφορίες για την έκθεση

    Αξιοποιώντας σπάνια τεκμήρια από τους κατεξοχήν φορείς διαφύλαξης της ιστορικής μνήμης στη χώρα μας, όπως η Βιβλιοθήκη της Βουλής, το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, η Εθνική Βιβλιοθήκη, η Εθνική Πινακοθήκη κ.ά., η έκθεση καταγράφει το κοινωνικό, πολιτισμικό και πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο οι άνθρωποι που απομνημονεύουν την ιστορία του Αγώνα έζησαν και επαναπροσδιόρισαν τη ζωή τους.

    Υπό αυτό το πρίσμα, παρουσιάζεται το εκθεσιακό σώμα των 21 επιλεγμένων Απομνημονευμάτων, με επίκεντρο την πρώτη έκδοσή τους, τη «μικροϊστορία» κάθε έργου, τη συνεισφορά του στην ιστορία, «ρίχνοντας φως» και στους συγγραφείς τους: τον Χριστόφορο Περραιβό, τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, τον Περικλή Βυζάντιο, τον Πέτρο Στεφανίτση, την Αντωνούσα Καμπουράκη, τον Εμμανουήλ Ξάνθο, τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον Φωτάκο, τον Καλλίνικο Κριτοβουλίδη, τον Κωνσταντίνο Νικόδημο, τον Νικόλαο Δραγούμη, τον Αρτέμιο Μίχο, τον Λουκά Ράλλη, τον Μακρυγιάννη, τον Νικήτα Σταματελόπουλο, τον Νικόλαο Κασομούλη, τον Γενναίο Κολοκοτρώνη, τον Κανέλλο Δεληγιάννη, τον Σταμάτη Σέρμπο και τον Γεώργιο Ψύλλα.

    Η έκθεση φιλοξενείται στον εκθεσιακό χώρο του Ιδρύματος της Βουλής (Β. Σοφίας 11 – είσοδος από Σέκερη), από τις 29 Νοεμβρίου 2021 έως τις 30 Απριλίου 2022 και οι ώρες λειτουργίας της είναι Τρίτη έως Παρασκευή 9.00-16.00 και Σάββατο 10.00-15.00.

    Η ομιλία του Κ. Τασούλα

    «Κυρίες και κύριοι, το 1821 δεν αναμετρήθηκε μόνο με την οθωμανική αυτοκρατορία, επιτυχώς τελικά, έμελλε δύο αιώνες μετά να αναμετρηθεί και με μια αλλόκοτη και πολύ επικίνδυνη κατάσταση η οποία μας έζωσε τα δύο τελευταία χρόνια και που, παρά ταύτα, δεν εμπόδισε τον προσεκτικό εορτασμό, τον προσεκτικό αναστοχασμό, τον πλούσιο αναστοχασμό και τις πολύ πλούσιες και εντυπωσιακές εκθέσεις που έγιναν και γίνονται γύρω από αυτό το γενέθλιο γεγονός του νεοελληνικού κράτους.

    Παρά λοιπόν αυτή την αλλόκοτη, επικίνδυνη και ζοφερή ψυχολογικά εμπειρία που περνάμε τους τελευταίους είκοσι τρεις μήνες, η τιμή που αποδίδουμε σε αυτόν τον μοναδικό και ανεπανάληπτο για πολλές γενιές εορτασμό είναι η προσήκουσα και η Βουλή των Ελλήνων είναι μέσα στους σημαιοφόρους αυτής της τιμής και μέσω του Ιδρύματός της και μέσω της Βιβλιοθήκης και μέσω της Ολομέλειάς της και μέσω των σκέψεών της.

    Και μία ακόμη εντυπωσιακή πτυχή αυτής της τιμής που η Βουλή αποδίδει στη μνήμη του ’21 είναι η σημερινή έκθεση εδώ, από το Ίδρυμα της Βουλής, για την ανάμνηση του ’21, όπως κατεγράφη από τους πρωταγωνιστές του. Επελέγησαν 21 κείμενα απομνημονευμάτων, ξεκινώντας από τον Περραιβό, τα οποία παρουσιάζονται μπροστά σας και παρουσιάζονται αρκετά στοιχεία που αφορούν αυτά τα απομνημονεύματα, τα κίνητρα, τις αιτίες, τους σκοπούς, την απήχηση και το πότε εμφανίστηκαν αυτά τα απομνημονεύματα.

    Ο Σπυρίδων Μαρκεζίνης έγραψε μία πολύ ενδιαφέρουσα και αξιόλογη ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας. Την παρουσίασε το 1966. Στον πρόλογό του, ως επίλογο έχει την αναμέτρηση ανάμεσα στη σχολαστική και στη ζωντανή αφήγηση, γιατί ένα σημείο της ιστορίας του αφορά την περίοδο που ήταν ο ίδιος δρων πολιτικός. Άρα μία πτυχή της ιστορίας του δεν αφορά έρευνα, αφορά απομνημόνευμα κι αναρωτιέται, θα έλεγα με ευπρεπή αγωνία, αν μπορεί να πετύχει κάποιος τη χρυσή τομή ανάμεσα στη διήγηση της ιστορίας και στην προσωπική αφήγηση της ιστορίας στην οποία συμμετέχει ο ίδιος. Και τελειώνει λέγοντας ότι αυτό έχει κινδύνους, η ζωντανή αφήγηση, δηλαδή, του πρωταγωνιστή, αλλά μπροστά στο κέρδος να παρουσιαστεί μια προσωπική εκδοχή αυτός ο κίνδυνος είναι δευτερεύων.

    Πάμε λίγο πιο πίσω, τον Ιανουάριο του 1948. Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ παρουσιάζει τα απομνημονεύματα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, τα οποία πήραν και βραβείο Νόμπελ. Στον πρόλογο πάλι, ο Τσώρτσιλ εξηγεί ότι διδάχθηκε και ακολούθησε το παράδειγμα του Ντεφόε από το έργο «Απομνημονεύματα ενός ιππότη», όπου τα γεγονότα τα σημαντικά, τα πολιτικά και στρατιωτικά, παρουσιάζονται μέσα από την αφήγηση ενός μόνο ατόμου, όπως τα έζησε ο ίδιος. Εξηγεί όμως ο Τσώρτσιλ, για να δώσει αντικειμενικότητα προκαταβολικά στον αναγνώστη για τα απομνημονεύματά του, ότι “σεβάστηκα όλες τις αποφάσεις που ελήφθησαν από σημαντικούς ανθρώπους εκείνη τη δύσκολη περίοδο και δεν έκανα κριτική σε καμία απόφαση εκ των υστέρων με την άνεση που μου δίνει η ιστορική γραφίδα, παρά μόνο εάν είχα κάνει κριτική ως δρων πολιτικός τη στιγμή που εξελίσσετο αυτό το οποίο κριτικάρω”, εισάγοντας και την έννοια της επιείκειας και της κατανόησης αλλά και της σηματοδότησης των δικών μας ευθυνών όταν μετέχουμε στο ιστορικό γίγνεσθαι αντί από το να επισημαίνουμε μόνο τις ευθύνες των άλλων. Τον απασχολούσε δηλαδή πάρα πολύ η αντικειμενικότητα των απομνημονευμάτων.

    Το 1821 είναι σήμερα διάπλατα μπροστά μας και η Βουλή των Ελλήνων ήδη από το 2017 ετοιμάζεται και τιμά αυτή τη μεγάλη επέτειο. Το Ίδρυμα της Βουλής με συνέδρια, με έρευνες, με εκδόσεις, με εκθέσεις, όπως η σημερινή, η Βιβλιοθήκη της Βουλής, με εκθέσεις που έχουμε στο κεντρικό κτίριο. Όλα αυτά μαζί αποτελούν μία απολύτως φυσιολογική συνεισφορά του πρώτου δημόσιου θεσμού της Ελλάδας, όπως ήταν η Βουλή, που συνέβαλε στη συγκρότηση και στην καταγραφή της μνήμης για το ’21, χάρη στον αρχειοφύλακα της Βουλής, τον Τερτσέτη, ο οποίος από το 1850 και μετά άρχισε να επιμελείται των αρχείων της παλιγγενεσίας. Δεν μπορούσε, συνεπώς, η εθνική αντιπροσωπεία να λείπει από αυτήν την πρόκληση καταγραφής και περιγραφής της ιστορίας.

    Και πρέπει να δούμε αυτά τα απομνημονεύματα, καθώς θα διασχίζουμε την πολύ καλά τοποθετημένη και υγειονομικά, θα έλεγα, έκθεσή μας, να τα δούμε υπό το πρίσμα ότι εγράφησαν από ανθρώπους που τα έζησαν, που είχαν πάθη, που είχαν μια προσωπικότητα, που είχαν αντιθέσεις, αλλά που η συνισταμένη όλων αυτών των περιγραφών και όλων αυτών των συμμετοχών οδήγησε στο νεοελληνικό κράτος.

    Ακόμη και ο Ιούλιος Καίσαρ, όταν έγραψε για τον Γαλατικό Πόλεμο, κατέγραψε τις στρατιωτικές του εμπειρίες, τις πολιτικές του κρίσεις και είχε έναν στόχο που έγραψε αυτές τις αναμνήσεις. Ήθελε να απευθυνθεί μέσω των απομνημονευμάτων του στους πληβείους, στο λαό της Ρώμης, ώστε να έχει μια άμεση εκτίμηση της δράσης του και να μην αφεθεί το έργο του στα χέρια της αριστοκρατίας η οποία έβλεπε την άνοδό του με μεγάλη ανησυχία.

    Όλα δηλαδή τα απομνημονεύματα, από τον Καίσαρα μέχρι τον Ντε Γκολ, συνεπώς κι αυτά εδώ που θα δούμε, προφανώς έχουν και τη σκοπιμότητά τους. Επ’ ουδενί όμως αυτή η σκοπιμότητα, αυτή, αν θέλετε, ακόμη και η μονομέρεια, δεν βλάπτει την ιστορική τους αξία, αρκεί να τα βλέπουμε μέσα από αυτό το πρίσμα, γιατί άλλο απομνημόνευμα, άλλο ιστορία.

    Παραδίδουμε, λοιπόν, μετά πολλών επαίνων προς τους εκλεκτούς συνεργάτες του Ιδρύματος, τον κ. Χατζηβασιλείου κι όλους τους συνεργάτες που συνέβαλαν σ’ αυτό, παραδίδουμε στο αθηναϊκό κοινό αυτή την καταπληκτική έκθεση για το ζωντανό υλικό που δίνει μέσα από μία κοχλάζουσα γραφή τα γεγονότα του ’21. Αυτά μου θυμίζουν λίγο αυτόν τον στίχο που λέει “μισό πραγματικές, μισό γυρνάμενες μέσ’ στο μυαλό ήσαν”. Προφανώς τα γεγονότα που περιγράφονται είναι πραγματικά, ίσως κάποτε και μισογυρνάμενα μέσα στο μυαλό τους. Αλλά και οι δύο αυτές εκδοχές απεικονίσεως είναι αξιέπαινες, είναι χρήσιμες, είναι διαφωτιστικές και γι’ αυτή τη διαφωτιστική συμβολή του Ιδρύματος στη σύγχρονη ματιά του μεγαλύτερου γεγονότος της νεοελληνικής ιστορίας, επιτρέψτε μου και πάλι, κ. Χατζηβασιλείο, να συγχαρώ εσάς και τους συνεργάτες σας.»

    ΜΗ ΧΑΣΕΤΕ

    ΔΗΜΟΦΙΛΗ