Νέα επιστημονική μελέτη επαναφέρει στο προσκήνιο τον περιβαλλοντικό αντίκτυπο της καύσης ξύλου για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, υποστηρίζοντας ότι μπορεί να αποδειχθεί ακόμη πιο επιβαρυντική για το κλίμα σε σχέση με το φυσικό αέριο, ακόμη και όταν εφαρμόζεται δέσμευση και αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα.
Η έρευνα, στην οποία συμμετείχαν επιστήμονες από τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Κίνα και δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature Sustainability, εξετάζει τα συστήματα βιοενέργειας με δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα (BECCS), τα οποία προβάλλονται διεθνώς ως «καθαρή» ενεργειακή λύση και πιθανή πηγή αρνητικών εκπομπών.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, η μετάβαση σε τέτοιες τεχνολογίες θα μπορούσε να απαιτήσει έως και 150 χρόνια για να αποδώσει πραγματικά αρνητικό αποτύπωμα άνθρακα, κυρίως λόγω του χρόνου αναγέννησης των δασών και των αλλαγών στις χρήσεις γης για καλλιέργειες βιομάζας.
Οι ερευνητές επισημαίνουν επίσης ότι μεγάλο μέρος των εκπομπών παράγεται πριν το ξύλο φτάσει στους σταθμούς παραγωγής ενέργειας, καθιστώντας αδύνατη τη δέσμευσή τους, ενώ σε ορισμένα σενάρια η καύση ξύλου μπορεί να εκπέμπει έως και διπλάσιο CO₂ ανά μονάδα ενέργειας σε σχέση με το φυσικό αέριο.
Ο επικεφαλής της μελέτης, Τιμ Σέρτσινγκερ από το Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, τόνισε ότι η επιδότηση της καύσης ξύλου από δάση «αυξάνει τις εκπομπές για δεκαετίες» και κάλεσε τις κυβερνήσεις να αναθεωρήσουν το σχετικό ρυθμιστικό πλαίσιο.
Η συζήτηση έχει έντονο πολιτικό και ενεργειακό αντίκτυπο, ιδιαίτερα στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου η παραγωγή ενέργειας από βιομάζα –με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον σταθμό Drax– έχει δεχθεί κριτική για τις υψηλές εκπομπές και τις κρατικές επιδοτήσεις.
Περιβαλλοντικές οργανώσεις υποστηρίζουν ότι η καύση ξύλου δεν μπορεί να θεωρείται ουδέτερη ή κλιματικά ωφέλιμη πρακτική, ενώ από την πλευρά της η βιομηχανία βιομάζας επιμένει ότι η χρήση υπολειμμάτων ξυλείας και βιώσιμων δασικών πρακτικών μειώνει σημαντικά το περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
Η έρευνα επαναφέρει έτσι το ερώτημα για το κατά πόσο η βιοενέργεια μπορεί να αποτελέσει πραγματικά «πράσινη» λύση στην ενεργειακή μετάβαση ή αν πρόκειται για μια τεχνολογία με σημαντικά κρυφά περιβαλλοντικά κόστη.







