Ο Περιφερειάρχης Ηπείρου μίλησε. Και μίλησε πολύ, χωρίς να λάβει υπόψη ότι σε κάποιες περιπτώσεις ταιριάζει το γνωστό, «καλύτερα να μασάς παρά να μιλάς».
Αμφισβήτησε πόρισμα Επιθεωρητών Περιβάλλοντος για τον Γράμμο, προανήγγειλε μηνύσεις, επικαλέστηκε χάρτες του 1952, αναφέρθηκε σε «επισκέψεις στο γραφείο του» και – κατά δήλωσή του – ζήτησε την εξαίρεση συγκεκριμένης επιθεωρήτριας που τελικώς υπέγραψε το πόρισμα.
Όταν ένας Περιφερειάρχης φτάνει στο σημείο να αμφισβητεί δημόσια επίσημο πόρισμα κρατικών ελεγκτών, να «φωτογραφίζει» επιθεωρήτρια ζητώντας την εξαίρεσή της και να επικαλείται ιδιωτικές επαφές επιθεωρητών ως τεκμήριο… αθωότητας, τότε το ζήτημα παύει να είναι μόνο περιβαλλοντικό. Γίνεται βαθιά θεσμικό.
Οι δηλώσεις του Αλέξανδρου Καχριμάνη δεν είναι απλώς ατυχείς. Είναι αποκαλυπτικές μιας νοοτροπίας που αντιμετωπίζει τους ελεγκτικούς μηχανισμούς ως ενοχλητικούς κομπάρσους και όχι ως ανεξάρτητους θεσμούς. Το «ζητήσαμε να μη συμμετέχει η κυρία που υπογράφει το πόρισμα» και το «ήρθε ο άλλος προσωπικά στο γραφείο μου και είπε ότι δεν υπάρχει θέμα» δεν συνιστούν υπερασπιστική γραμμή. Συνιστούν ομολογία θεσμικής εκτροπής.
Οι Επιθεωρητές Περιβάλλοντος είναι ανεξάρτητοι ελεγκτικοί υπάλληλοι και η σύνθεση του κλιμακίου τους δεν υπόκειται στη βούληση του ελεγχόμενου φορέα. Το γεγονός ότι ένας Περιφερειάρχης δηλώνει δημοσίως πως «ζήτησε» την εξαίρεση συγκεκριμένης επιθεωρήτριας εκλαμβάνεται ως παρέμβαση στο έργο ελέγχου και δημιουργεί εύλογη υπόνοια πίεσης ή απόπειρας επηρεασμού της ελεγκτικής διαδικασίας.
Ακόμη σοβαρότερη είναι η αναφορά ότι επιθεωρητής που δεν υπέγραψε το πόρισμα «ήρθε προσωπικά στο γραφείο μου και είπε ότι δεν υπάρχει κανένα θέμα». Η εικόνα που δημιουργείται είναι αυτή μιας άτυπης επαφής ελεγκτή με ελεγχόμενο, εκτός επίσημης διαδικασίας, χωρίς πρακτικά και χωρίς υπηρεσιακή οδό. Ο ισχυρισμός αυτός, ανεξαρτήτως ακρίβειας, εκθέτει τον ίδιο τον επιθεωρητή, υπονομεύει τη συλλογικότητα και την ακεραιότητα του πορίσματος και θέτει ζήτημα παραβίασης της αρχής της αμεροληψίας. Με απλά λόγια: αν ένας επιθεωρητής θεωρεί ότι «δεν υπάρχει θέμα», αυτό αποτυπώνεται μόνο γραπτώς και εντός πορίσματος – όχι με «επισκέψεις στο γραφείο».
Ο Περιφερειάρχης δεν εξήγησε με ποια θεσμική αρμοδιότητα ζήτησε την εξαίρεση επιθεωρήτριας. Δεν είπε σε ποιον απευθύνθηκε, με ποια διαδικασία, με ποια αιτιολογία και αν το αίτημα απορρίφθηκε – όπως τελικώς συνέβη. Γιατί αν ο ελεγχόμενος επιλέγει ελεγκτές, τότε δεν μιλάμε για έλεγχο. Μιλάμε για παζάρι.
Δεν απάντησε επίσης αν είναι θεσμικά επιτρεπτές οι «ιδιωτικές επισκέψεις» επιθεωρητών στο γραφείο του. Υπάρχει πρακτικό; Υπάρχει υπηρεσιακό σημείωμα; Ή πρόκειται για άτυπη συνομιλία; Αν ισχύει το δεύτερο, τότε δεν αθωώνει την Περιφέρεια. Εκθέτει θεσμούς.
Το ερώτημα που τίθεται πλέον δεν είναι πολιτικό. Είναι θεσμικό και νομικό:
συντρέχουν ή όχι λόγοι για έλεγχο της συνολικής στάσης και πρακτικής;
Σε ένα κράτος δικαίου, οι εισαγγελικές αρχές δεν παρεμβαίνουν για δηλώσεις. Οφείλουν όμως να αξιολογούν γεγονότα, συμπεριφορές και δημόσιες τοποθετήσεις όταν αυτές ενδέχεται να συνδέονται με παρεμπόδιση ελέγχου, κατάχρηση εξουσίας ή μη συμμόρφωση σε διοικητικές πράξεις.
Η παρούσα συγκυρία καθιστά αναγκαίο να εξεταστεί αν οι δηλώσεις αυτές υπερβαίνουν τα όρια της πολιτικής άμυνας, αν δημιουργούν αντικειμενικά ζητήματα θεσμικής λειτουργίας και αν απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση, ανεξάρτητα από πρόσωπα και ισορροπίες.
Γιατί όταν ο έλεγχος αντιμετωπίζεται ως διαπραγμάτευση, το πρόβλημα δεν είναι οι επιθεωρητές. Είναι η διοίκηση.
Πηγή: Εφημερίδα «ΠΡΩΙΝΑ ΝΕΑ» 3-2-2026









