Η συνεδρίαση της Περιφερειακής Επιτροπής της 9ης Φεβρουαρίου ανέδειξε κάτι βαθύτερο από μια ακόμη πολιτική αντιπαράθεση για ΑΠΕ, κατατμήσεις και διαδικασίες αναθέσεων. Ανέδειξε ένα θεσμικό πρόβλημα πρώτης γραμμής: τη μετακύλιση ευθυνών από την πολιτική ηγεσία προς τις υπηρεσίες.
Όταν ο Περιφερειάρχης δηλώνει ότι «οι υπηρεσίες εισηγούνται» και ότι οι αποφάσεις αυτές (που παράγουν σοβαρά νομικά και οικονομικά αποτυπώματα) βασίζονται στις υπηρεσιακές κρίσεις, δεν πρόκειται για ουδέτερη διαπίστωση αλλά για έμμεση χάραξη γραμμής άμυνας: σε ενδεχόμενο έλεγχο, το βάρος μεταφέρεται χαμηλότερα στην ιεραρχία. Οι υπηρεσιακοί παράγοντες δεν είναι απλοί παρατηρητές αλλά εκείνοι που υπογράφουν και τεκμηριώνουν τη νομιμότητα των επιλογών. Και η εμπειρία της διοίκησης είναι γνωστή: οι αιρετοί αλλάζουν, οι υπογράφοντες μένουν — συχνά καλούνται να απολογηθούν χρόνια αργότερα. Ιδίως όταν οι εισηγήσεις αφορούν ΑΠΕ, επαναλαμβανόμενες τροποποιήσεις συμβάσεων, κατατμήσεις έργων και διαδικασίες κατεπείγοντος, δεν μιλάμε για ουδέτερες τεχνικές πράξεις. Μιλάμε για κρίκους μιας αλυσίδας αποφάσεων που, αν ελεγχθεί εκ των υστέρων, θα αναζητήσει ευθύνες σε όσους υπέγραψαν και αιτιολόγησαν.
Από την πλευρά της αντιπολίτευσης, η συνολική καταψήφιση των προτάσεων συνοδεύτηκε από ευθεία αμφισβήτηση του τρόπου παραγωγής των εισηγήσεων. Όπως υποστηρίχθηκε, πολλές εμφανίζονται πανομοιότυπες, με επαναλαμβανόμενη επιχειρηματολογία και «copy–paste» αιτιολογήσεις, ανεξαρτήτως έργου. Κατά την αντιπολίτευση, αυτή η πρακτική υπονομεύει την ουσιαστική τεκμηρίωση και δυσχεραίνει κάθε πραγματικό έλεγχο νομιμότητας.
Η συζήτηση δεν εκτυλίσσεται σε θεσμικό κενό. Ο Περιφερειάρχης βρίσκεται ήδη αντιμέτωπος με εισαγγελικές διαδικασίες, ενώ η Εθνική Αρχή Διαφάνειας διερευνά υποθέσεις που αφορούν τη λειτουργία της Περιφέρειας. Τέτοιες διαδικασίες εκτείνονται στον χρόνο, αυξάνοντας το ρίσκο για όσους σήμερα εισηγούνται και υπογράφουν.
Σε μια περίοδο που πανελλαδικά οι έλεγχοι επανέρχονται δυναμικά στο προσκήνιο (υπόθεσεις Παναγόπουλου–Στρατινάκη και Πατούλη πρόσφατα, αλλά και Παπαγεωργόπουλου και Ψωμιάδη παλαιότερα) τίθεται και ένα ακόμη θεσμικό ερώτημα: αν μέσα από αλλεπάλληλες εκπτώσεις, ΑΠΕ, κατατμήσεις και απευθείας αναθέσεις δημιουργούνται συνθήκες οικονομικού οφέλους για τρίτους. Η πρόσφατη εμπειρία μεγάλων υποθέσεων έδειξε ότι, όταν υπάρχουν ενδείξεις, ο έλεγχος δεν μένει στην επιφάνεια.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι μόνο οι αποφάσεις. Είναι το μήνυμα ότι πολιτικές επιλογές μπορούν να «θωρακιστούν» πίσω από υπηρεσιακές εισηγήσεις. Αυτό δεν προστατεύει τη διοίκηση· την εκθέτει, γιατί στο τέλος, εκείνοι που κινδυνεύουν να τρέχουν στα δικαστήρια δεν είναι οι αιρετοί, αλλά οι υπογράφοντες.








