Στη συνεδρίαση της Επιτροπής Έρευνας και Τεχνολογίας της Βουλής παρενέβη η βουλευτής Ιωαννίνων Μερόπη Τζούφη
Στη συνεδρίαση της Επιτροπής Έρευνας και Τεχνολογίας της Βουλής, που πραγματοποιήθηκε μετά από δύο χρόνια παρουσία ερευνητικών φορέων της χώρας, παρενέβη η βουλευτής Ιωαννίνων Μερόπη Τζούφη, ασκώντας τεκμηριωμένη κριτική στην κυβερνητική πολιτική για την έρευνα.
Η Μερόπη Τζούφη ευχαρίστησε τους εκπροσώπους των ερευνητικών φορέων για τις παρεμβάσεις τους, επισημαίνοντας ότι πίσω από τους «ωραιοποιημένους δείκτες» της κυβέρνησης αναδεικνύεται μια διαφορετική πραγματικότητα: το δημόσιο σύστημα γνώσης πιέζεται, υποχρηματοδοτείται και απορρυθμίζεται, ενώ σταδιακά μετατρέπεται σε παράρτημα επιχειρηματικών – και σε ορισμένες περιπτώσεις στρατιωτικών – προτεραιοτήτων.
Όπως τόνισε, «η έρευνα δεν είναι πολυτέλεια. Είναι όρος κοινωνικής ανθεκτικότητας, δημόσιας υγείας, ενεργειακής μετάβασης και δημοκρατίας». Υπενθύμισε την εμπειρία της πανδημίας και την εξάπλωση αντιεπιστημονικών αντιλήψεων, σημειώνοντας ότι ένα ερευνητικό σύστημα χωρίς σταθερή χρηματοδότηση και στρατηγική δεν μπορεί να υπηρετήσει την κοινωνική πλειοψηφία.
Αναφέρθηκε στην κομβική απόφαση του 2019 για την ένταξη της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Καινοτομίας στο Υπουργείο Ανάπτυξης, υπογραμμίζοντας ότι η γνώση αντιμετωπίζεται πλέον κυρίως ως εργαλείο «ανταγωνιστικότητας» και όχι ως δημόσιο αγαθό σε ενιαίο χώρο εκπαίδευσης και έρευνας.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην υποχρηματοδότηση των ερευνητικών κέντρων και την υπολειτουργία του ΕΛΙΔΕΚ, στον περιορισμό της βασικής και ανεξάρτητης έρευνας, ιδίως στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες, στη δραματική υποστελέχωση, στις χαμηλές αμοιβές και στο νέο κύμα brain drain και brain waste.
«Η εργασιακή επισφάλεια δεν είναι παράπλευρη συνέπεια, αλλά πολιτική επιλογή», υπογράμμισε, τονίζοντας ότι η εργασία των νέων ερευνητών και των υποψήφιων διδακτόρων πρέπει να αναγνωρίζεται ως εξαρτημένη εργασία με πλήρη εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα. Παράλληλα, έθεσε ζήτημα διαφάνειας και λογοδοσίας για τις συμπράξεις με τεχνολογικές πολυεθνικές και τη συμμετοχή της δημόσιας έρευνας σε στρατιωτικές δομές, σημειώνοντας ότι «η δημόσια έρευνα οφείλει να υπηρετεί την ειρήνη, την κοινωνική συνοχή και την κλιματική ασφάλεια – όχι την οικονομία του πολέμου».
Η Μερόπη Τζούφη ανέδειξε επίσης τη σημασία της περιφερειακής και νησιωτικής έρευνας, με ενίσχυση των ΑΕΙ και των ερευνητικών κέντρων σε απομακρυσμένες περιοχές και σύνδεση της έρευνας με τοπικές ανάγκες, όπως η αγροδιατροφή και η κλιματική ανθεκτικότητα.
Κλείνοντας, έθεσε τρία κρίσιμα ερωτήματα προς την κυβέρνηση:
1. Θα υπάρξει πολυετής στρατηγική χρηματοδότησης και θεσμικές εγγυήσεις για το δημόσιο σύστημα έρευνας και το ΕΛΙΔΕΚ;
2. Ποιο είναι το σχέδιο για την εργασιακή κανονικότητα και την αξιοπρεπή αμοιβή των νέων ερευνητών;
3. Πώς διασφαλίζεται η διαφάνεια και η ακαδημαϊκή ελευθερία στις διεθνείς συμπράξεις;
«Η σημερινή συνεδρίαση δεν πρέπει να είναι μια εκτόνωση μετά από χρόνια σιωπής. Χρειάζεται ουσιαστική αλλαγή κατεύθυνσης: γνώση και έρευνα ως δημόσια αγαθά, με δημοκρατικό έλεγχο, αξιοπρεπή εργασία και εθνική στρατηγική που να υπηρετεί την κοινωνία», κατέληξε.








