ΟΙ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΙΟΝΙΟ
Αν οι ισχυρές ενδείξεις παρουσίας φυσικού αερίου στο σημείο Ασωπός 1 επιβεβαιωθούν και επιτρέπουν εμπορική εκμετάλλευση, αυτό θα οδηγήσει την Πατρίδα μας σε ένα άλμα οικονομικής ανάπτυξης και γεωπολιτικής ισχύος, επεσήμανε ο υπουργός Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου μιλώντας στην τελετή υπογραφής της Σύμβασης Γεώτρησης για το Block 2 (Βορειοδυτικό Ιόνιο).
Σύμφωνα με τα στοιχεία η εκτίμηση για το δυναμικό φυσικού αερίου στην περιοχή κινείται στα 270 δισ. κυβικά μέτρα (συγκριτικά η ετήσια κατανάλωση της Ελλάδας είναι 6-7 δισ. κυβικά μέτρα), το βάθος της γεώτρησης θα φθάσει έως τα 4622 μέτρα και το κόστος της στα 60-70 εκατ. ευρώ.
Αν η γεώτρηση αποδειχθεί επιτυχής, θα χρειαστούν πρόσθετες επενδύσεις ύψους 5 δισ. Ευρώ για την ανάπτυξη του κοιτάσματος το οποίο θα συνδεθεί μέσω πλωτής μονάδας τόσο με την Ελλάδα όσο και με την Ιταλία.
Στο «καλό» σενάριο της επιτυχούς γεώτρησης, τα έσοδα για το Ελληνικό Δημόσιο (με τις σημερινές τιμές του φυσικού αερίου) σε βάθος 20 ετών θα φθάσουν στα 10 δισ. ευρώ. Όμως πολλαπλάσιο θα είναι το όφελος στο επίπεδο της ενεργειακής ασφάλειας και της αναβάθμισης του γεωστρατηγικού ρόλου της χώρας.
ΑΝΟΙΓΕΙ Η ΨΑΛΙΔΑ ΣΤΙΣ ΚΑΤΑΘΕΣΕΙΣ
Ρεκόρ εξαετίας καταγράφει το 2025 η αύξηση των καταθέσεων των επιχειρήσεων, οι οποίες κινούνται πλέον με σαφώς ταχύτερους ρυθμούς σε σχέση με τα νοικοκυριά, επιβεβαιώνοντας μια σαφή μετατόπιση στη δομή της τραπεζικής ρευστότητας.
Πρόκειται, μάλιστα, για την πρώτη φορά τα τελευταία έξι χρόνια που οι καταθέσεις των επιχειρήσεων αυξήθηκαν ποσοτικά περισσότερο σε σχέση με τις καταθέσεις των νοικοκυριών.
Η εικόνα γίνεται πιο ξεκάθαρη αν τη δει κανείς σε σύγκριση με το 2019, δηλαδή την τελευταία χρονιά πριν από την πανδημία όπου η οικονομία λειτουργούσε σε πιο «κανονικές» συνθήκες. Τότε, η αύξηση των καταθέσεων στηριζόταν κυρίως στα νοικοκυριά, ενώ η συμβολή των επιχειρήσεων ήταν αισθητά πιο περιορισμένη.
Σήμερα η εικόνα έχει αλλάξει, με τις επιχειρήσεις να καλύπτουν πλέον ισότιμο μέρος της αύξησης και να εμφανίζουν τη μεγαλύτερη ενίσχυση των τελευταίων ετών, αν εξαιρεθεί η περίοδος της πανδημίας.
Η διετία 2020–2021 αποτέλεσε, άλλωστε, μια ειδική περίπτωση, καθώς η εκτίναξη των καταθέσεων εκείνης της περιόδου δεν προήλθε από πραγματική ενίσχυση της οικονομίας, αλλά κυρίως από το γεγονός ότι ο κόσμος ξόδευε λιγότερα, λάμβανε κρατική στήριξη και κρατούσε περισσότερα χρήματα στην άκρη από φόβο και αβεβαιότητα.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το 2025, σύμφωνα με στοιχεία από την Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος, το απόθεμα των καταθέσεων του εγχώριου ιδιωτικού τομέα αυξήθηκε κατά 10,4 δισ. ευρώ έναντι αύξησης 8,6 δισ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας την ισχυρότερη επίδοση της μεταπανδημικής περιόδου.
ΕΝΟΙΚΙΑ ΚΑΙ ΜΙΣΘΟΙ
Σε κατάσταση συναγερμού εισέρχεται η εγχώρια αγορά ακινήτων, με την Ελλάδα να καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσον αφορά την ετήσια αύξηση των ενοικίων για το 2025.
Σύμφωνα με τη νέα μελέτη του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών ο ρυθμός ανόδου στην Ελλάδα άγγιξε το +10,1%, μέγεθος που υπολείπεται μόνο εκείνου της Κροατίας. Την ίδια στιγμή, οι τιμές των κατοικιών στην ΕΕ-27 αυξήθηκαν κατά 5,5% και τα ενοίκια κατά 3,2%, γεγονός που αναδεικνύει την ελληνική περίπτωση ως μια από τις πλέον οξυμένες στεγαστικές κρίσεις στην Ευρώπη.
Η πραγματικότητα για τους μισθωτούς στην Αθήνα, αλλά και σε μεγάλες πόλεις της χώρας,
περιγράφεται με δραματικούς όρους, καθώς η σχέση ενοικίου και εισοδήματος έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι το μέσο ενοίκιο για ένα διαμέρισμα με ένα υπνοδωμάτιο αντιστοιχεί πλέον στο 70,2% του μέσου μηνιαίου μισθού, ενώ η κατάσταση γίνεται οριακή για τα διαμερίσματα με δύο υπνοδωμάτια, όπου το κόστος στέγασης εκτινάσσεται στο 93,6% του εισοδήματος.
Από την εφημερίδα «Ανεξάρτητος Τύπος της Ηπείρου» 16-4-2026







