Όλες οι ηλικίες μπορεί να προσβληθούν, αλλά πιο ευάλωτα είναι τα βρέφη, τα νήπια, οι έφηβοι, και οι νεαροί ενήλικες
Η συζήτηση για την σημασία του εμβολιασμού έχει έρθει στο προσκήνιο με αφορμή την πανδημία του κορωνοϊού που μαστίζει την ανθρωπότητα τον τελευταίο χρόνο.
Γονείς & Επιστροφή στην κανονικότητα
Το τελευταίο χρονικό διάστημα με τη σταδιακή άρση των μέτρων έναντι του COVID-19, όλοι αρχίζουμε και επιστρέφουμε στην κανονικότητα μας.
Οι γονείς ανήκουν στην κατηγορία των συνανθρώπων μας που έχουν πιεστεί αφάνταστα όλο αυτό το χρονικό διάστημα. Με τα σχολεία και τους παιδικούς σταθμούς κλειστούς για αρκετούς μήνες, οι γονείς προσπαθούσαν να διαχειριστούν από το σπίτι την τηλεκπαίδευση των παιδιών τους, τις υποχρεώσεις της εργασίας τους, καθώς και ό,τι άλλο προέκυπτε σαν ανάγκη.
Όπως είναι φυσικό, τώρα που τα μέτρα άρχισαν να αίρονται, οι γονείς ανήκουν στην κατηγορία εκείνη που ίσως «απολαύσουν» λίγο περισσότερο την αλλαγή αυτή!
Τα σχολεία άνοιξαν, οπότε επανήλθε μία σχετική κανονικότητα σε καθημερινή βάση!
Η επανεκκίνηση της εστίασης κάνει πλέον ένα χαλαρό καφεδάκι με φίλους-φίλες εφικτό!
Με την απελευθέρωση των μετακινήσεων, η 2ημερη απόδραση με την οικογένεια σε ένα μέρος εκτός του νομού κατοικίας αποτελεί πλέον επιλογή!
Πιθανές εκκρεμότητες με εμβολιασμούς των παιδιών
Καθώς λοιπόν επανέρχεται σταδιακά η κανονικότητα, ανοίγει και το πλαίσιο για την ολοκλήρωση πιθανών εκκρεμοτήτων που λόγω των συνθηκών της πανδημίας ίσως να είχαν μείνει πίσω.
Μέσα σε αυτές θα πρέπει να συμπεριληφθεί και ο έγκαιρος εμβολιασμός των παιδιών, με εμβόλια που ο παιδίατρος είχε ήδη προτείνει (πχ Πνευμονιόκοκκου, Μηνιγίτιδας, Ανεμευλογιάς κλπ) και λόγω των περιοριστικών μέτρων ίσως είχαν αναβληθεί.
Στο παραπάνω συνηγορεί τα πρόσφατο δελτίο τύπου της Ελληνικής Παιδιατρικής Εταιρείας (Μάρτιος 2021) το οποίο αναφέρει χαρακτηριστικά:
«Η πανδημία του COVID-19, έχει ως γνωστόν επηρεάσει πολλούς τομείς της κοινωνίας μας. Φαίνεται λοιπόν ότι μεταξύ άλλων έχει δημιουργήσει τεράστιο κενό και στους εμβολιασμούς ρουτίνας παιδιών και εφήβων.», καταλήγοντας ότι
«…αν δεν δράσουμε άμεσα, θα εμφανισθούν παλιά (ξεχασμένα) λοιμώδη νοσήματα, όπως ιλαρά, κοκκύτης, μηνιγγίτιδα κλπ. Το πρόβλημα θα είναι πιο έντονο για τη μηνιγγίτιδα Β, που η κάλυψη είχε φθάσει στο 40%».
Με βάση τα παραπάνω, καθίσταται σαφές ότι πρέπει να υπάρξει ανάληψη δράσης για να καλυφθούν τα -όποια- κενά έχουν διαμορφωθεί στην εμβολιαστική κάλυψη των παιδιών καθώς και ιδιαίτερη προσοχή στον εμβολιασμό έναντι μηνιγγίτιδας Β, η οποία συνεχίζει ακόμα και σήμερα να αποτελεί περίπου το 80% των περιστατικών μηνιγγίτιδας ή σηψαιμίας από μηνιγγιτιδόκοκκο στην Ελλάδα.
Γενικά για τη μηνιγγίτιδα Β:
Πρόκειται για μια ιδιαίτερα επικίνδυνη νόσο η οποία δεν κάνει διακρίσεις καθώς
προσβάλλει μωράκια, νήπια και νεαρούς ενήλικες, εξελίσσεται ταχύτατα και μέσα σε 24 μόλις ώρες μπορεί να προκαλέσει μόνιμες αναπηρίες ή να οδηγήσει ακόμα και σε θάνατο. Περίπου 1 στα 5 περιστατικά μηνιγγίτιδας μπορεί να έχει σοβαρές επιπλοκές, όπως μόνιμες αναπηρίες ή βλάβες.
Οι γονείς όταν επισκεφτούν τον παιδίατρό τους, καλό θα είναι να ενημερωθούν για τη μηνιγγίτιδα Β και την σημασία της πρόληψης.
Οποιοσδήποτε μπορεί να προσβληθεί από τη Μηνιγγιτιδοκοκκική νόσο:
Τα βρέφη και τα νήπια αποτελούν τις πιο ευάλωτες ηλικιακές ομάδες και ακολουθούν οι έφηβοι και οι νεαροί ενήλικες. Βρέφη ηλικίας κάτω του 1 έτους διατρέχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης Μηνιγγιτιδοκοκκικής νόσου από οποιαδήποτε άλλη ηλικιακή ομάδα και ακολουθούν τα νήπια ηλικίας 1 έως 4 ετών. Οι έφηβοι και οι νεαροί ενήλικες διατρέχουν επίσης αυξημένο κίνδυνο προσβολής από τη νόσο.
Σημασία της πρόληψης:
Μόνο ο εμβολιασμός αποτελεί ουσιαστική πρόληψη έναντι της μηνιγγίτιδας Β, δεδομένου ότι 1 στους 10 ενήλικες φέρει το βακτήριο ασυμπτωματικά και μπορεί να μεταδώσει τη νόσο σε νεαρά μέλη της οικογένειας του, μέσω καθημερινών συνηθειών όπως το φιλί, ο βήχας και το φτάρνισμα.
Η μηνιγγιτιδοκοκκική νόσος είναι ιδιαιτέρως σοβαρή, καθώς μπορεί να εξελιχθεί ραγδαία και να οδηγήσει ακόμα και στον θάνατο.
Στα αρχικά στάδια της νόσου τα συμπτώματα ομοιάζουν με αυτά της απλής ίωσης, δημιουργώντας την εσφαλμένη εντύπωση ότι πρόκειται για ένα απλό κρυολόγημα που «θα περάσει γρήγορα», ωστόσο εξελίσσεται ραγδαία.
Τα συμπτώματα αυτά είναι: υψηλός πυρετός, πονοκέφαλος, εμετός καθώς και τα πιο ειδικά όπως η αυχενική δυσκαμψία, η φωτοφοβία και το αιμορραγικό εξάνθημα.
Ο μοναδικός τρόπος για την αποτελεσματική και ασφαλή πρόληψη της Μηνιγγίτιδας Β, είναι η έγκαιρη έναρξη και ολοκλήρωση του εμβολιασμού των παιδιών, ο οποίος δύναται να ξεκινήσει από την ηλικία των 2 μηνών και άνω. Ο εμβολιασμός κατά των υπόλοιπων τύπων μηνιγγίτιδας, είναι επίσης απαραίτητος, ωστόσο δεν προστατεύει τα παιδιά από την μηνιγγίτιδα τύπου Β.