Παρασκευή 17.09.2021
More

    “Πέρσες”: Η τραγωδία της ήττας και η οδύνη της απώλειας

    Την ευκαιρία να παρακολουθήσουν ένα από τα θεατρικά γεγονότα του καλοκαιριού, τους «Πέρσες» του Εθνικού Θεάτρου που σκηνοθέτησε ο Δημήτρης Λιγνάδης, είχαν οι θεατές που κατέκλυσαν το αρχαίο θέατρο της Δωδώνης την Κυριακή το βράδυ, σε μία πολύ ωραία βραδιά και για το Φεστιβάλ Δωδώνης, το οποίο αποδεικνύει ότι έχει στεριώσει και έχει αναπτύξει ισχυρούς δεσμούς με το κοινό.

    Η παράσταση ήρθε αμέσως μετά την Επίδαυρο και δείχνει και έναν δρόμο για το φεστιβάλ το οποίο θα πρέπει να καθιερώσει στο μέλλον να γίνεται μία από τις πρεμιέρες αρχαίας τραγωδίας του Εθνικού Θεάτρου στη Δωδώνη.

    Το ζεστό χειροκρότημα του κόσμου στο τέλος έδειξε ότι η παράσταση κέρδισε το στοίχημα της επαφής με τον θεατή, ένα ζητούμενο που δεν είναι αυτονόητο πάντα.

    Ολική προσέγγιση

    Μεγάλο πλεονέκτημα της παράστασης είναι μία ολική θα τη χαρακτηρίζαμε αντιμετώπιση του κειμένου, μία προσπάθεια συνολικής ανάδειξής του, μία σοβαρή και τεκμηριωμένη προσπάθεια να αναδειχτεί στο σύνολό της μία αρχαία τραγωδία που παραμένει ένα διαχρονικό ορόσημο στη θεατρική ιστορία. Παρά το γεγονός ότι τα σημεία προσέγγισης του έργου, από τα κοστούμια και τη μουσική, ως το σκηνικό και τη σύνθεση των ηθοποιών που κλήθηκαν να σηκώσουν το βάρος, ήταν πολλά και ίσως και ετερόκλητα μεταξύ τους, το συνολικό αποτέλεσμα είχε συνοχή και επέτρεπε την απόδοση του έργου και την πρόσληψή του, από ένα κοινό το οποίο ας τον ξεχνάμε δεν είναι δεδομένο. Υπάρχουν νεότατοι θεατές που δεν έχουν ξαναδεί τραγωδία ειδικά στο φυσικό χώρο ενός αρχαίου θεάτρου, υπάρχουν θεατές με πολλές εμπειρίες, υπάρχουν και θεατές που έχουν διαβάσει τα κείμενα, αλλά δεν τα έχουν δει ανεβασμένα, για να περιγράψουμε μέρος μόνο των θεατών που φτάνουν στις μέρες μας ως τις κερκίδες. Και η παράσταση, καταφέρνει να συνομιλήσει με το κοινό και να φέρει ξανά για μία ακόμα χρονιά τους «Πέρσες στο προσκήνιο.

    Ένα παράδειγμα για τα πολλά σημεία προσέγγισης του έργου είναι η μουσική που έμοιαζε συχνά να λειτουργεί με τον μοντέρνο ήχο της ως αντίστιξη, αποτέλεσε όμως λειτουργικό δραματουργικό στοιχείο «φωτίζοντας» την ένταση κάποιων στιγμών όπως στην οδύνη του χορού για τις μεγάλες απώλειες στη ναυμαχία της Σαλαμίνας και αναδεικνύοντας σε άλλες το ύφος που επιλέγεται όπως η σχέση του ρεμπέτικου με την Ανατολή.

    Ως συνεκτικός δεσμός λειτούργησε στο σύνολό του ο Χορός, με έναν καθαρό λόγο και μία σταθερότητα που κράτησε τον ρυθμό και επέτρεψε τη ροή της αφήγησης.

    Η οδύνη της ήττας

    Ένας προβληματισμός που μπορεί να συζητηθεί όμως, είναι ακριβώς πώς «φωτίζονται», επιμέρους πτυχές του έργου. Μία αίσθηση που μας άφησε στο τέλος η παράσταση είναι ότι ήχησε περισσότερο η οδύνη και η απόγνωση των Περσών μπροστά στη μεγάλη ήττα και τις τεράστιες απώλειες ψυχών, παρά η αντιπολεμική κριτική και η επίγνωση ότι ο πόλεμος έτσι κι αλλιώς δεν θα έπρεπε να είναι επιλογή της ηγεσίας.

    Σε συνδυασμό με την ένταση της σκηνής της περιγραφής της μεγάλης νίκης των Ελλήνων στη ναυμαχία και το ιστορικό της ήττας των Περσών από τον αγγελιοφόρο, δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι το κεντρικό βάρος της παράστασης έπεσε στην ήττα και τις συνέπειες της και όχι στην ανάγκη πρόληψης και αποφυγής του πολέμου.

    Αντίστοιχα και προς επίρρωση του προβληματισμού αυτού, είναι επίσης μία αίσθηση υποχώρησης του διλήμματος που θέτει εξαρχής το έργο για τη μεγάλη σημασία που έχει η δημοκρατία και η ελεύθερη βούληση των Ελλήνων για τη νίκη σε σχέση με τον δεσποτισμό και τον αυταρχισμό των Περσών που δεν μπορούν να εμπνεύσουν τον στρατό τους. Ενώ και αυτή η πτυχή του έργου υπάρχει και αναπτύσσεται με καθοριστικές σκηνές,  πάλι στο τέλος μένει ισχυρότερο το αποτύπωμα μίας σπουδής πάνω στην ήττα και την απώλεια παρά το ζήτημα της δημοκρατίας και της ελευθερίας ή της αντιμετώπισης των φιλοπόλεμων;

    Οι «Πέρσες» του Αισχύλου ως ένα από τα κορυφαία θεατρικά κείμενα του παγκόσμιου πολιτισμού, είναι πάντως μία τραγωδία που επιτρέπει πολλαπλές αναγνώσεις τόσο από αυτούς που αναλαμβάνουν να την παρουσιάσουν κάθε φορά όσο και από τους θεατές. Στην περίπτωση της παράστασης του Εθνικού Θεάτρου το μείζον είναι ότι δόθηκε χώρος στο εύρος αυτών των αναγνώσεων και αυτό από μόνο του είναι μία παρακαταθήκη για την επόμενη φορά όταν με αφορμή μία άλλη τραγωδία θα ανηφορίσουμε ως τη Δωδώνη ως θεατές της μεγάλης, διαχρονικής ιστορίας που ανανεώνει η κληρονομιά της αρχαίας τραγωδίας.

    Του ΦΙΛΗΜΟΝΑ ΚΑΡΑΜΗΤΣΟΥ

    ΜΗ ΧΑΣΕΤΕ

    ΔΗΜΟΦΙΛΗ