Κυριακή 25.07.2021
More

    Δεδομένα και προοπτικές για το πρόγραμμα εμβολιασμού

    Η προσέγγιση της καθηγήτριας Επιδημιολογίας Ευαγγελίας Ντζάνη

    Με διευκρινιστικές και πυροσβεστικές δηλώσεις επιχειρούν η ιατρική επιστημονική κοινότητα, αλλά και η πολιτική ηγεσία αντίστοιχα, να σβήσουν τη φωτιά που άναψε τη Δευτέρα, η σύσταση της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών, να μην εμβολιάζονται οι κάτω των 60 ετών με το σκεύασμα της AstraZeneca.

    Ένας πληθυσμός λίγο κάτω από μισό εκατομμύριο πολίτες στη χώρα που έχει ήδη κάνει την πρώτη δόση του συγκεκριμένου εμβολίου και έχει προγραμματίσει το ραντεβού του για τη δεύτερη δόση βρέθηκε ξαφνικά στο κενό, για να επιλέξουν οι ίδιοι, αναλαμβάνοντας και την ευθύνη, εάν θα κάνουν ή όχι τη δεύτερη δόση.

    Η ασάφεια αυτή και η ανησυχία που προκλήθηκε έφερε στο προσκήνιο διευκρινιστικές οδηγίες και από την ιατρική επιστημονική κοινότητα και από το υπ. Υγείας με σύσταση για εμβολιασμό της δεύτερης δόσης σε όλους, με μία εξαίρεση σε όσους τυχόν εμφάνισαν σοβαρές παρενέργειες μετά την πρώτη δόση.

    Μία δεύτερη παράμετρος που προέκυψε μέσα από το συγκεκριμένο ζήτημα, έχει να κάνει με το εάν ενδείκνυται και σε ποιον βαθμό, ο συνδυασμός εμβολίων και για την αποτελεσματικότητα του εμβολιασθέντος, αλλά και για να επιτευχθεί το τείχος της ανοσίας, που είναι και το εθνικό ζητούμενο.

    Σε αυτά τα ερωτήματα απάντησε η Ευαγγελία Ντζάνη, καθηγήτρια επιδημιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, που παραδέχθηκε πως οι ανακοινώσεις των τελευταίων ημερών δημιούργησαν ένα πεδίο ασάφειας, προσθέτοντας ωστόσο, πως το προφίλ της ασφάλειας του συγκεκριμένου εμβολίου δεν έχει αλλάξει σε σχέση με τα σπάνια περιστατικά που ξέραμε από την αρχή σχεδόν της χορήγησής του.

    «Στην περίοδο που βρισκόμαστε, έχουμε ένα μικρότερο επίπεδο κινδύνου για την κοινότητα, με χαμηλή επιδημιολογική επιβάρυνση και έχουμε μεγάλη διαθεσιμότητα εμβολίων. Αυτό που πρέπει να μετρήσουμε, είναι πράγματι εάν αλλάζει το πλάνο της διαθεσιμότητας των εμβολίων στη χώρα, σε περίπτωση που ένας μεγάλος αριθμός πολιτών, επιλέξει ένα άλλο εμβόλιο για τη δεύτερη δόση. Θεωρώ, ότι το σύστημα δεν είναι τόσο εύκολο, να διαχειριστεί μία τέτοια συνθήκη, τουλάχιστον όσο η γνώση μας εξελίσσεται και δεν έχει παγιωθεί», ανέφερε.

    Να ανοίξει ο διάλογος για τα παιδιά

    Σε χώρες, όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Ισπανία ξεκίνησε ήδη ο εμβολιασμός των παιδιών από την ηλικία των 12 ετών και άνω, όχι προς το παρόν, με τη μορφή της υποχρεωτικότητας. Το ενδεχόμενο του εμβολιασμού των παιδιών ηλικίας 12-18 ετών και στη χώρα έχει ήδη εμφανιστεί στο δημόσιο λόγο, προκαλώντας εύλογες αντιδράσεις.

    Η κα Ντζάνη τόνισε, ότι η συζήτηση για τον εμβολιασμό των παιδιών θα πρέπει να ξεκινήσει με το σκεπτικό, ότι δεν ξέρουμε πως θα εξελιχθεί η πανδημία και εάν προκύψουν και πότε, νέα στελέχη του ιού, που θα «απειλήσουν» ενδεχομένως τις περισσότερο «ασφαλείς» χώρες, που έχουν δημιουργήσει το τείχος ανοσίας.

    «Συμφωνώ, ότι αρχικά θα πρέπει να μεταφέρουμε το βάρος στον εμβολιασμό εκείνων που ανήκουν στις ομάδες υψηλού κινδύνου και δεν έχουν εμβολιαστεί, όμως η συζήτηση ειδικά για τους εφήβους θα πρέπει να ξεκινήσει. Φοβάμαι, ότι εάν απορρίψουμε ως μη ασφαλές ένα εμβόλιο, αυτό θα συμπαρασύρει και άλλα εμβόλια, που γίνονται εδώ και χρόνια και περιλαμβάνονται στο εθνικό πρόγραμμα του εμβολιασμού. Έτσι, μπορεί να λύσουμε το θέμα του κορωνοϊού και να έχουμε τεράστια κενά σε άλλες ασθένειες που αντιμετωπίζουμε με επιτυχία», σημείωσε η κα Ντζάνη.

    Επιβεβαίωση της αποκλιμάκωσης

    Η εικόνα της πανδημίας στα Ιωάννινα και ειδικότερα στην Ήπειρο στο μεταξύ, επιβεβαιώνει την σαφή αποκλιμάκωση του επιδημιολογικού φορτίου, κάτι που καταγράφεται στις χαμηλές νοσηλείες, στις καθημερινές καταγραφές κρουσμάτων, αλλά και με μεγάλη σαφήνεια πλέον στις αναλύσεις των λυμάτων στο λεκανοπέδιο Ιωαννίνων. «Η μείωση που παρατηρούμε σε όλους τους δείκτες είναι πραγματική, γιατί αυτό αποτυπώνεται καθαρά και στις αναλύσεις των λυμάτων. Ορόσημο για εμάς θα είναι η πρώτη μέτρηση με αρνητικά αποτελέσματα στα λύματα. Βλέπουμε, ότι στον αστικό ιστό των Ιωαννίνων έχουμε θωρακιστεί σημαντικά, αλλά χρειάζεται μεγάλη προσοχή στην περιφέρεια, λόγω της αναμενόμενης αύξησης της δραστηριότητας και κινητικότητας το καλοκαίρι», κατέληξε.

     

    Του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

    ΜΗ ΧΑΣΕΤΕ

    ΔΗΜΟΦΙΛΗ