Φτωχότερο είναι από την Κυριακή το ελληνικό τραγούδι, συνολικά όμως ο ελληνικός πολιτισμός, που θρηνεί την απώλεια του Λάκη Χαλκιά που «έφυγε» από τη ζωή σε ηλικία 83 ετών. Μία τεράστια φωνή ενός ανθρώπου με μοναδική εκφραστικότητα και σπάνιο ηχόχρωμα σίγησε, θα μένει όμως στο διηνεκές μέσα από τις ηχογραφήσεις σπουδαίων έργων όλων των μεγάλων Ελλήνων συνθετών και ποιητών.
Ο Λάκης Χαλκιάς, κατά κόσμον Μιχάλης Χαλκιόπουλος γεννήθηκε πριν από 83 χρόνια στα Ιωάννινα.
Ήταν γιος του σπουδαίου κλαρινίστα Τάσου Χαλκιά και μέλος της τέταρτης γενιάς της ιστορικής μουσικής οικογένειας των Χαλκιάδων.
«Ανατράφηκα, μεγάλωσα και γαλουχήθηκα με τα Ηπειρώτικα τραγούδια. Το κλαρίνο του πατέρα μου Τάσου Χαλκιά αντηχεί μες τα αυτιά μου, στο μυαλό μου, στην ψυχή μου. Στο σπίτι, μωρό στη σαρμανίτσα – μια παραδοσιακή, φορητή ξύλινη κούνια – άκουγα τις πρόβες που έκαναν ο πατέρας μου με τα αδέλφια του. Για την ακρίβεια είναι δεκαετίες δικές μου στο τραγούδι, αλλά μαζί με αυτά που κουβαλάω από την οικογένειά μου, η ιστορία μας μετράει πάνω από 176 χρόνια συνεχούς παρουσίας», είχε πει σε μία από τις συνεντεύξεις του.
Η σχέση του με τη μουσική άρχισε από την παιδική του ηλικία. Ασχολήθηκε με το τραγούδι από τα επτά του χρόνια, ενώ στα 16 του εργαζόταν ήδη ως επαγγελματίας μουσικός. Εκτός από ερμηνευτής, υπήρξε πολυοργανίστας, παίζοντας κιθάρα, μπουζούκι, λαούτο, τζουρά και ούτι.
Η διαδρομή
Από το 1960 μέχρι το 1967 εμφανιζόταν πλάι στη Σωτηρία Μπέλλου, τον Στέλιο Καζαντζίδη, τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, τον Γιώργου Ζαμπέτα, τον Μανώλη Αγγελόπουλο, τον Βασίλη Τσιτσάνη, τον Γιάννη Παπαϊωάννου και άλλους. Την ίδια εποχή, τα καλοκαίρια, τραγουδούσε με το συγκρότημα της οικογένειας των Χαλκιάδων σε πανηγύρια, και γάμους και άλλες λαϊκές εκδηλώσεις.
Εκτός από την οικογενειακή κομπανία, είχε συνεργαστεί με τους κορυφαίους δημοτικούς καλλιτέχνες όπως οι Γιώργος Παπασιδέρης, Δημήτρης Ζάχος, Χρόνης Αηδονίδης, Αλέκος Κιτσάκης, Δόμνα Σαμίου κ.α. ενώ ήταν μέλος του Συλλόγου προς διάδοση της ελληνικής μουσικής του μεγάλου διδασκάλου Σίμωνος Καρά.
Το 1967, έφυγε για τις Η.Π.Α. και τον Καναδά όπου έζησε μέχρι το 1971. Εργάστηκε ως τραγουδιστής και μουσικός, σε ελληνικά κέντρα διασκέδασης και μεταξύ άλλων συνεργάστηκε, μεταξύ άλλων με τον Άντονι Κουίν, για την τηλεόραση της πόλης του Σακραμέντο της Καλιφόρνιας, στην παρουσίαση του έργου «Ζορμπάς» των Μίκη Θεοδωράκη – Νίκου Καζαντζάκη.

Το 1971, επέστρεψε στην Ελλάδα και άρχισε να ηχογραφεί λαϊκά τραγούδια σε συνεργασία με τους Χρήστο Νικολόπουλο, Αντώνη Κατινάρη, Γιάννη Καραμπεσίνη.
Εκείνη την εποχή, και μετά από υπόδειξη του ιδιοκτήτη της Columbia Τάκη Λαμπρόπουλου, έκανε μια μεγάλη μουσική στροφή. Η πρώτη συνεργασία αυτού του νέου κύκλου ήταν με τον συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο, με τον οποίο έμελλε να αναπτύξει μια μακρόχρονη καλλιτεχνική σχέση συμμετέχοντας στο μεγαλύτερο μέρος του δισκογραφικού του έργου.
Η φωνή του κατείχε ξεχωριστή θέση στα έργα του Μαρκόπουλου «Στρατής ο Θαλασσινός», «Θητεία» Μ. Ελευθερίου, «Μετανάστες» Γιώργου Σκούρτη, «Θεσσαλικός Κύκλος» και «Ανεξάρτητα» και βεβαίως στους υπέροχους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», σε ποίηση Διονυσίου Σολωμού, που κυκλοφόρησαν το 1977 με τις συμμετοχές του Νίκου Ξυλούρη και της Ειρήνης Παπά.
Συνεργάστηκε, όμως, και με άλλους σημαντικούς συνθέτες μεταξύ των οποίων οι Μίκης Θεοδωράκης, Λουκιανός Κηλαϊδόνης, Χρήστος Λεοντής, Νίκος Μαμαγκάκης, Μάριος Τόκας, Γιώργος Κατσαρός ενώ ερμήνευσε και τους στίχους μεγάλων ποιητών.
Στις αρχές του 1978 κυκλοφόρησε τον πρώτο μεγάλο δίσκο του με δημοτικά τραγούδια με τον τίτλο: «Τραγούδια της Ελλάδας» στον οποίο συμμετείχε όλη η οικογένεια των Χαλκιάδων όπως και στο αμέσως επόμενο «Τα παραδοσιακά μας τραγούδια».
Σημαντική στιγμή της διαδρομής του ήταν η παρουσίαση, τον Μάιο του 2002, στο Ηρώδειο, του έργου ζωής του «2.500 ΧΡΟΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ¨ (Από τον Όμηρο μέχρι σήμερα)».







