Νέα μελέτη συνδέει το ακραίο κύμα ζέστης και υγρασίας στις ΗΠΑ με την κλιματική αλλαγή, προειδοποιώντας για ολοένα συχνότερα ακραία φαινόμενα
Η ακραία ζέστη και η υψηλή υγρασία που πλήττουν το ανατολικό τμήμα των Ηνωμένων Πολιτειών δύσκολα θα μπορούσαν να εκδηλωθούν χωρίς την επίδραση της κλιματικής αλλαγής, σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη του οργανισμού World Weather Attribution (WWA).
Η έκθεση δημοσιοποιήθηκε ενώ οι ΗΠΑ φιλοξενούν το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου και συμπληρώνουν 250 χρόνια από την υπογραφή της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας.
Ο ερευνητής του WWA, Τίοντορ Κίπινγκ, τόνισε ότι το κλίμα που βιώνει σήμερα η χώρα διαφέρει ριζικά από εκείνο της εποχής των ιδρυτών της, υπογραμμίζοντας ότι η υπερθέρμανση του πλανήτη έχει μεταβάλει σημαντικά τις καιρικές συνθήκες.
Ο «θερμικός θόλος» ενισχύει τον καύσωνα
Οι επιστήμονες απέδωσαν το κύμα καύσωνα σε έναν ισχυρό «θερμικό θόλο», ένα σύστημα υψηλών πιέσεων που εγκλωβίζει θερμό και υγρό αέρα πάνω από τις κεντρικές και ανατολικές πολιτείες των ΗΠΑ, καθώς και τμήματα του νότιου Καναδά.
Παρότι το συγκεκριμένο μετεωρολογικό φαινόμενο δεν είναι ασυνήθιστο, η κλιματική αλλαγή οδηγεί πλέον σε σημαντικά υψηλότερες θερμοκρασίες και εντονότερες συνθήκες δυσφορίας.
Σε πολλές περιοχές οι θερμοκρασίες ξεπερνούν τους 38 βαθμούς Κελσίου, ενώ η αισθητή θερμοκρασία είναι ακόμη μεγαλύτερη λόγω της αυξημένης υγρασίας.
Συνθήκες που εμφανίζονται μία φορά κάθε χιλιάδες χρόνια
Η μελέτη αξιολόγησε και τον δείκτη Wet Bulb Globe Temperature (WBGT), ο οποίος συνυπολογίζει θερμοκρασία και υγρασία για να εκτιμήσει την επικινδυνότητα των συνθηκών για τον ανθρώπινο οργανισμό.
Μέσα από κλιματικά μοντέλα, οι ερευνητές συνέκριναν τις σημερινές συνθήκες με έναν υποθετικό κόσμο χωρίς ανθρωπογενή κλιματική αλλαγή.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι οι σημερινές τιμές του δείκτη WBGT θα ήταν πρακτικά αδύνατο να καταγραφούν χωρίς την υπερθέρμανση του πλανήτη, καθώς θα εμφανίζονταν μόλις μία φορά κάθε 5.000 χρόνια.
Ακόμη και με τα σημερινά δεδομένα, οι επιστήμονες εκτιμούν ότι πρόκειται για φαινόμενο εξαιρετικής σπανιότητας, με πιθανότητα εμφάνισης περίπου μία φορά κάθε 200 χρόνια, αν και επισημαίνουν ότι παραμένει αβεβαιότητα λόγω της ακραίας φύσης του επεισοδίου.






