Στην Ολομέλεια της Βουλής τοποθετήθηκε η βουλευτής Ιωαννίνων της Νέας Αριστεράς, Μερόπη Τζούφη, κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου του Υπουργείου Υγείας για τη σύσταση Ταμείου Καινοτομίας και την πρόσβαση των ασθενών σε νέα φάρμακα και θεραπείες.
Ξεκινώντας την ομιλία της, αναφέρθηκε στο τραγικό περιστατικό της Ηλιούπολης με τα δύο ανήλικα κορίτσια, επισημαίνοντας ότι «η πολιτεία δεν μπορεί να περιορίζεται στη διαχείριση της τραγωδίας εκ των υστέρων». Τόνισε ότι η πρόληψη της αυτοκτονίας στην παιδική και εφηβική ηλικία απαιτεί ισχυρές δημόσιες δομές ψυχικής υγείας, εκπαιδευμένες σχολικές κοινότητες, οικογένειες που μπορούν να ζητήσουν βοήθεια χωρίς στίγμα και μηχανισμούς έγκαιρης παρέμβασης.
Η Μερόπη Τζούφη άσκησε κριτική στην κυβέρνηση για την αποδυνάμωση των κοινοτικών δομών ψυχικής υγείας και των Κέντρων Πρόληψης, τονίζοντας πως «δεν είναι πολυτέλεια, αλλά η πρώτη γραμμή κοινωνικής προστασίας». Όπως σημείωσε, όταν οι δημόσιες υπηρεσίες ψυχικής υγείας παιδιών και εφήβων είναι ελλιπείς και οι οικογένειες αναγκάζονται να περιμένουν ή να πληρώνουν ιδιωτικά, η πολιτεία δεν μπορεί να δηλώνει έκπληκτη μπροστά στα τραγικά αποτελέσματα.
Αναφερόμενη στο νομοσχέδιο, υπογράμμισε ότι η πρόσβαση σε νέα φάρμακα και καινοτόμες θεραπείες είναι αναγκαία, ιδιαίτερα για ασθενείς με σπάνια νοσήματα, ογκολογικές και αιματολογικές παθήσεις, χρόνιες και απειλητικές για τη ζωή νόσους. Ωστόσο, επισήμανε ότι οι ρυθμίσεις του νομοσχεδίου δεν εγγυώνται επαρκώς πως η καινοτομία θα αποτελεί καθολικό δικαίωμα και όχι προνόμιο που θα περιορίζεται από δημοσιονομικούς κόφτες, επιτροπές, κριτήρια, πλατφόρμες και αλγόριθμους.
Απαντώντας στο επιχείρημα του Υπουργού Υγείας ότι η αύξηση της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης αποτελεί αίτημα των φαρμακευτικών εταιρειών, η βουλευτής της Νέας Αριστεράς τόνισε ότι η δημόσια χρηματοδότηση δεν είναι «δώρο στις εταιρείες», αλλά προϋπόθεση ώστε η υγεία να μη μετατρέπεται σε ατομική δαπάνη και η θεραπεία σε οικονομική δοκιμασία για τον ασθενή.
Παρέθεσε στοιχεία για τη χαμηλή δημόσια χρηματοδότηση της υγείας στην Ελλάδα, σημειώνοντας ότι η χώρα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς τη δημόσια δαπάνη υγείας ως ποσοστό του ΑΕΠ, ενώ η συμμετοχή των πολιτών στο κόστος αγοράς φαρμάκων ξεπέρασε τα 800 εκατ. ευρώ το 2024, από 650 εκατ. ευρώ το 2019. «Αυτά δεν είναι αιτήματα των φαρμακευτικών εταιρειών. Είναι το κόστος που μεταφέρεται στα νοικοκυριά. Είναι η απόσυρση του κράτους από την ευθύνη του», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η Μερόπη Τζούφη ξεκαθάρισε ότι η Νέα Αριστερά δεν απορρίπτει την ιδέα ενός Ταμείου Καινοτομίας, εφόσον αυτό λειτουργεί ως μηχανισμός πρόσβασης και όχι αποκλεισμού. Για τον λόγο αυτό ζήτησε:
- σαφή, επαρκή, σταθερή και πρόσθετη δημόσια χρηματοδότηση,
- εγγυήσεις ότι οι πόροι του Ταμείου δεν θα αφαιρούνται από τον ήδη περιορισμένο προϋπολογισμό του ΕΟΠΥΥ,
- ουσιαστική συμμετοχή των ασθενών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων,
- ειδική ευελιξία για σπάνια, υπερσπάνια και ταχέως εξελισσόμενα νοσήματα,
- κριτήρια που να λαμβάνουν υπόψη τις μεταλλάξεις, τους βιοδείκτες και τους μικρούς θεραπευτικούς υποπληθυσμούς,
- διαφάνεια, προστασία προσωπικών δεδομένων και ανθρώπινη εποπτεία στα ψηφιακά εργαλεία.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στις παιδιατρικές υποειδικότητες, καλώντας το Υπουργείο να ακούσει τις επιστημονικές εταιρείες και να ρυθμίσει τα κρίσιμα ζητήματα που έχουν τεθεί. Όπως υπογράμμισε, τα παιδιά χρειάζονται τεκμηριωμένη, ασφαλή και επιστημονική φροντίδα, ενώ η γνώση των επιστημονικών εταιρειών δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται «ως ενοχλητική υποσημείωση».
Κλείνοντας, η βουλευτής Ιωαννίνων υπογράμμισε ότι «δεν μπορεί η καινοτομία στην υγεία να είναι επικοινωνιακή βιτρίνα ή λογιστικό εργαλείο». Αντίθετα, απαιτούνται καθολική πρόσβαση, επαρκής δημόσια χρηματοδότηση, συμμετοχή των ασθενών, διαφάνεια και ένα ισχυρό ΕΣΥ.
«Για έναν ασθενή που περιμένει θεραπεία, ο χρόνος δεν είναι διοικητική προθεσμία. Είναι χρόνος ζωής. Και για ένα παιδί ή έναν έφηβο που βιώνει ψυχική δυσφορία, η πρόληψη δεν είναι δευτερεύουσα πολιτική. Είναι η διαφορά ανάμεσα στη σιωπή και στη βοήθεια, ανάμεσα στην εγκατάλειψη και στη ζωή», κατέληξε.








