Όταν το ελληνικό όνειρο κατάπιε τον εαυτό του

Ο Γιάννης Μπαλαμπανίδης γράφει στο «Τραγούδι των κληρονόμων» για την επιτυχία της χώρας από το 1990 και μετά και για τον αγώνα όσων αναζήτησαν λίγη από αυτή τη χρυσόσκονη

Πότε ξεκίνησαν όλα; Άγνωστο. Όλοι άλλωστε έχουμε τα δικά μας σημεία εκκίνησης, αλλά υποτίθεται ότι υπάρχει και μία γενική συμφωνία για τα μεγάλα ορόσημα, αυτά που μας άγγιξαν και μας επηρέασαν όλους, τα ζήσαμε δεν τα ζήσαμε. Αλλά δεν είναι τόσο απλό. Η Μεταπολίτευση ας πούμε είναι μία έννοια που αφορά όσους γεννήθηκαν από το ’60 και πριν, οπότε και το «τέλος της μεταπολίτευσης» δεν έχει καμία σημασία για τους νεότερους κι ας γίνονται αναλύσεις επί αναλύσεων για αυτό το τέλος.

Αν πάλι ρωτήσεις όσους γεννήθηκαν μετά το ’70 ή μετά το ’80, θα σου μνημονεύσουν ως μεγάλες στιγμές το 1987 με το ευρωμπάσκετ ή τη μεγάλη κρίση του 2009-2010.

Αλλά και πάλι, δεν είναι τόσο τα χρονικά ορόσημα που κάνουν τις γενιές, όσο κάτι βαθύτερο, οι μεγάλες ράγες που ανοίγονται υπόγεια για να τρέξουν πιο μεγάλες αλλαγές, πιο σημαντικές, που μεταβάλλουν, τους τρόπους ζωής, τις συνειδήσεις και τις  νοοτροπίες, τα προτάγματα και τις προσδοκίες, τα όνειρα- και τις αποκαθηλώσεις τους, και τις ματαιώσεις τους.

Όμως, υπάρχουν εποχές, που όλα αυτά, αυτές οι αλλαγές, οι μεταβάσεις, ακόμα κι να γίνονται αντιληπτές μέσα από τις εκφράσεις τους που ανεβαίνουν από τις υπόγειες διαδρομές, δεν καθαρίζουν το τοπίο, δεν γίνονται καθαρά κύματα, δεν έχουν σαφή όρια, ούτε σηκώνουν ψηλά τις σημαίες τους.

Ο Γιάννης Μπαλαμπανίδης, στο μυθιστόρημά του «Το τραγούδι των κληρονόμων» (Πόλις, 2026) ξεκινά ακριβώς με μία βραδυφλεγή αφήγηση για τα χρόνια μετά τα μέσα του ’80, στήνοντας αργά και όχι πάντα καθαρά, τους ήρωές του μέσα από οικείες σκηνές, συμπεριφορές, συνήθειες και επιλογές, αναζητώντας σημεία τομής, ρήξης και συνθέσεις που δημιούργησαν την εικόνα που έχουμε σήμερα για την πορεία μας μέσα στο χρόνο, αυτή την ήδη μακρά περίοδο, σχεδόν μισού αιώνα, μια περίοδο που στην Ελλάδα ζήσαμε το όνειρο της επιτυχίας, όπως και την ανατροπή του.

Οι γονείς στη Θεσσαλονίκη που στέλνουν με το τρένο το παιδί τους στην Αθήνα, πρωτοετή φοιτητή, ή η νεανική παρέα στο κάμπινγκ σε ένα νησί του Αιγαίου ανάμεσα στον έρωτα και την μπάλα σε κάποιο παιχνίδι για το Παγκόσμιο του 1998, σε μία εποχή που ακόμα «μπορούσες να έχεις μεγάλες προσδοκίες σε αυτή τη μικρή χώρα που έμοιαζε απέραντη αν τη διέσχιζες βράδυ με τον σιδηρόδρομο και αν ήσουν δεκαοχτώ χρονών».

Πίσω μπρος στον χρόνο, διάλογοι, σκέψεις, πολλές αναφορές κυρίως στη μουσική που μοιάζει να παίζει συνέχεια πίσω από την ιστορία, αλλά κυρίως μέσα από τις επιλογές των ηρώων να βρουν τη θέση τους στον κόσμο των επιχειρήσεων  και της αγοράς, βαθμιαία όλα αποκτούν πιο βαθιά όρια, η πλοκή τρέχει σχεδόν συναρπαστικά κι ας μην γίνονται τρομερά πράγματα πάνω πάνω, αλλά γίνονται από κάτω, μέσα στους ανθρώπους που δοκιμάζονται και δοκιμάζουν για να δουν ποιοι είναι και πού μπορούν να φτάσουν.

Ο ιστός που ενώνει τις μεγάλες πολυκατοικίες της δυτικής Θεσσαλονίκης, τις γυάλινες αίθουσες συσκέψεων της μεγάλης εταιρίας, τα μικρά διαμερίσματα των νέων εργαζόμενων και τις μεσοαστικά σπίτια των γονιών τους με τις επαύλεις των επιχειρηματιών, είναι ένα σκηνικό που δίνει χώρο στους ήρωες να αποκαλυφθούν, να δώσουν τον αληθινό τους εαυτό, να συγκροτήσουν προσωπικότητες με όνειρα, επιδιώξεις, πάθη.

Ο Γιάννης Μπαλαμπανίδης καταφέρνει να δείξει επικεντρωμένος κυρίως στις ζωές των ηρώων του, ότι η Ελλάδα που μεγαλουργεί μετά το ’80 και γίνεται μία από τις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες του κόσμου, είναι γεμάτη από ανθρώπους που θέλουν να ζήσουν τις ζωές τους, με αίμα στις φλέβες τους, με αγωνία στις καρδιές τους, με όνειρα μέσα στο μυαλό τους, για πρόοδο, για επιτυχία, για να τα καταφέρουν. Αλλά όλο αυτό δεν μοιάζει αρμονικό, δεν μοιάζει να δουλεύει, αντίθετα φαίνεται να κινείται συνεχώς πάνω σε ένα εύθραυστο, παγωμένο δάπεδο που συγκρατεί δυνάμεις ανεξέλεγκτες, και σίγουρα πέρα από τις ανθρώπινες αντοχές, με συνεχή το φόβο ότι θα σπάσει και θα αποκαλύψει σκοτεινά υπόγεια και χάρτινα υποστυλώματα. Αλλά αυτό το καταλαβαίνεις εκ των υστέρων, όταν έχεις επίγνωση της καταστροφής. Στο τέλος θα καταλάβεις ότι βίωσες ένα «σακατεμένο όνειρο» της γενιάς σου, γιατί μέχρι τότε κοίταγες «κι εσύ να πάρεις ένα κομμάτι από τις πιο απρόσιτες απολαύσεις, να γίνεις κάποιος, να μετρήσεις επιτέλους στην κοινωνίας, γαμώ την τρέλα μου».

Ας το παραδεχθούμε, τα ξέρουμε όλα αυτά, τα ζήσαμε ή ακούσαμε να τα ζουν άλλοι κοντά μας και σίγουρα δεν αποφύγαμε να βιώσουμε τις συνέπειες των εκρήξεων, της αποκαθήλωσης, των πολλαπλών ματαιώσεων.

Μπορούμε εύκολα να εξηγήσουμε πώς βρεθήκαμε από το 2004 και την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας στην ανακοίνωση για τον μακρύ δρόμο που θα παίρναμε στο σκοτάδι, μετά το Καστελόριζο το 2010;

Το «Τραγούδι των κληρονόμων» δεν είναι ένα συνηθισμένο πολιτικό μυθιστόρημα που προτάσσει τις πολιτικές εξελίξεις, τα παρασκήνια και τις μεγάλες στιγμές στο παιχνίδι της εξουσίας, για να δείξει τι έγινε. Αντίθετα, εστιάζει με εμμονή και λεπτομερή ανάλυση σε μία μικρή ομάδα χαρακτήρων που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στο τέλος εμπλέκονται στη διαδοχή της ηγεσίας μίας πολύ μεγάλης επιχείρησης και την ανάληψη της εξουσίας στο εταιρικό πεδίο. Είναι μία ιστορία για την «επιτυχία» στην αγορά, στον κόσμο του αστείρευτου χρήματος όπως τη βιώνει ένας στενός κύκλος από μέλη της οικογένειας και εμπλεκόμενους δορυφόρους που είναι ή θέλουν να είναι μέσα στο παιχνίδι. Όσοι θέλουν να κρατήσουν την επιτυχία, όσοι θέλουν να την αγγίξουν, όσοι θέλουν να την χειριστούν.

Είναι σε αυτόν τον κόσμο που η γνώση, η επιστήμη και οι ικανότητες έχουν νόημα μόνο όταν φέρνουν ισχύ και πλούτο, έχοντας ήδη πειστεί όσοι είναι εντός αυτού του κόσμου, ότι μπορεί αυτές οι χρήσιμες «ιδέες» να έχουν αξία και «πέρα από την ηθική», εφόσον εξυπηρετούν τον τελικό σκοπό. Κι άλλοι αντέχουν και παραμένουν στο κυνήγι του τελικού στόχου ως το τέλος κι άλλοι αποσύρονται σχεδόν σιωπηρά και επιλέγουν να μείνουν στην άκρη. Και θα άξιζε ίσως να δοθεί περισσότερος χώρος σε αυτόν τον κόσμο που έμεινε στην άκρη όλα αυτά τα χρόνια, είτε ως επιλογή είτε μην έχοντας άλλη δυνατότητα, δημιουργώντας και μία σχέση απόσυρσης και κατάσταση ακύρωσης.

Και είναι αυτός ο κόσμος των «κληρονόμων», ένα μίγμα όσων τον κατέχουν ως φυσικοί κληρονόμοι και αυτονόητοι διάδοχοι, αλλά και όσοι μπορούν να είναι χρήσιμοι ακόμα κι όταν παραβιάζουν τους κώδικες της ηθικής και της νομιμότητας, όπως κι όσοι ορμάνε από έξω προς τα μέσα, πιστεύοντας ότι οι ικανότητές τους αρκούν για να τους αναγνωριστεί η θέση στο μεγάλο τραπέζι των ισχυρών, αφήνοντας πίσω τη ζωή τους στην επαρχία «αυτήν την τεράστια μύξα που είχαμε πατήσει και δεν έλεγε να ξεκολλήσει από τα πόδια μας;» ή τη ζωή τους στο περιθώριο όπως τους προορίζει η υπάρχουσα τάξη πραγμάτων.

Ο Γιάννης Μπαλαμπανίδης στήνει σελίδα σελίδα έναν χάρτη για τα όνειρα και τις μεγάλες προσδοκίες που γέννησε η πορεία της χώρας μας προς την πρόοδο και την ανάπτυξη, αποκαλύπτοντας με ζωντάνια, με σαφήνεια και αυθεντικότητα, αλλά και με μία υποδόρια μελαγχολία που διατρέχει όλη την αφήγηση, ότι τελικά το όνειρο ούτε έφτανε για όλους, αλλά ούτε μπορούσε ποτέ να γίνει εφικτό, να υλοποιηθεί για όλους.

Διηγείται από τη μια πλευρά την άγρια σύγκρουση της κοινωνικής ανόδου μετά το 1980, με το τείχος που ορθώθηκε όταν έγινε φανερό ότι η επιτυχία για όλους σήμαινε και ότι έπρεπε να γίνει αναδιανομή πλούτου και εξουσίας προς τα κάτω, κάτι που σε καμία περίπτωση δεν αποτέλεσε επιλογή όσων κρατούσαν στα χέρια τους τη δύναμη και το χρήμα που συσσωρεύτηκαν τον 20ο αιώνα. Διηγείται όμως και αυτή τη μεγάλη ιστορία του αγώνα που κάνει ο άνθρωπος χωρίς βαρύ όνομα, χωρίς κληρονομιές και άκρες στην εξουσία, να πατήσει στα πόδια του αυτόνομα και να γράψει τη δική του ιστορία επιτυχίας, σε αυτόν τον τόπο, με τη δουλειά του, με τις σπουδές του, με τις αγάπες τους και τις ωραίες επιθυμίες του που κρύβει στην καρδιά του για μια καλή ζωή.

Έχουμε μπει πια μέσα στον νέο αιώνα, κάποιοι έχουν γεννηθεί σε αυτόν τον αιώνα και ήδη διακρίνονται στον δικό τους αγώνα κι ακόμα αναρωτιόμαστε τι είναι καλή ζωή σε αυτόν τον τόπο, τι είναι ευτυχία και πώς να την κατακτήσουμε. Κι όσο κι αν κάποιοι τρέχουν μόνοι τους ψηλά να βρουν την πτώση τους σαν τον Ίκαρο, σε αυτή τη χώρα του βαθιού ατομικισμού και της μοναξιάς, το ερώτημα παραμένει σε μία από τις κατακλείδες του βιβλίου για ένα «στοίχημα που δεν μπορεί να χάνεται για πάντα». Ένα νεύμα προς τα έξω, εκεί που ακούνε οι πολλοί και οι πολλές. Ακούνε;

 

 

ΦΙΛΗΜΩΝ ΚΑΡΑΜΗΤΣΟΣ

από την εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» 10-9-2026

ΜΗ ΧΑΣΕΤΕ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ