Τετάρτη 29.04.2026
More

    Ανθεκτικοί μικρορύποι σε φρούτα και λαχανικά στην αγορά των Ιωαννίνων

    Οργανικοί μικρορύποι που προέρχονται τόσο από βιομηχανικές εγκαταστάσεις και μονάδες επεξεργασίας αποβλήτων, όσο και από αγροχημική ρύπανση

    Περισσότερα είναι τα άσχημα νέα από τα ευχάριστα, αλλά τουλάχιστον δεν βρίσκονται ακόμη σε ανησυχητικό επίπεδο ώστε να προκαλούν συναγερμό. Ο λόγος για τις ανιχνεύσεις τοξικών και επικίνδυνων μικρορύπων στα τρόφιμα και το περιβάλλον και το πώς αυτές οι ουσίες προκαλούν έστω δυνητικά κάποιον κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία.

    Τα παραπάνω αποτέλεσαν μεταξύ άλλων αντικείμενο της ημερίδας που διοργανώθηκε την Τετάρτη στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων από το Εργαστήριο Βιομηχανικής Χημείας του Τμήματος Χημείας, όπου παρουσιάστηκαν τα αποτελέσματα της ανίχνευσης και ποσοτικοποίησης οργανικών μικρορύπων που προέρχονται τόσο από σημειακές πηγές, όπως βιομηχανικές εγκαταστάσεις και μονάδες επεξεργασίας αποβλήτων, όσο και από μη σημειακές, όπως η αγροχημική ρύπανση.

    Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται σε ουσίες όπως οι φαρμακευτικές ενώσεις, τα φυτοφάρμακα και τα μικροπλαστικά, τα οποία εντοπίζονται σε υδάτινα περιβάλλοντα και τρόφιμα, με στόχο την αξιολόγηση των επιπέδων συγκέντρωσης και των πιθανών επιπτώσεών τους.

    Ο Ομότιμος Καθηγητής του Τμήματος Χημείας Τριαντάφυλλος Αλμπάνης έκανε την πρώτη παρουσίαση στην ημερίδα, η οποία αφορούσε στην ανάλυση των επιμολυντών σε τρόφιμα, με την έρευνα να γίνεται στην τοπική αγορά των Ιωαννίνων και στα φρούτα και λαχανικά που αγοράζουν οι καταναλωτές της περιοχής από τα σούπερ μάρκετ.

    Όπως εξήγησε ο κ. Αλμπάνης υπάρχει μία γενικότερα λανθασμένη εντύπωση, ότι τα φρούτα και τα λαχανικά είναι μέρος της υγιεινής διατροφής, αλλά τα αποτελέσματα των αναλύσεων δείχνουν και άλλα πράγματα καθώς γίνεται εκτεταμένη χρήση φυτοφαρμάκων. Οι αναλύσεις αυτές δείχνουν πως οι ενώσεις που εντοπίζονται ακόμη και σε μικρές συγκεντρώσεις είναι ανθεκτικές και κυρίως εμφανίζουν σημεία τοξικότητας αλλά και χρόνια τοξικότητα.

    «Στο 50% των λαχανικών που καταναλώνουμε  εντοπίζουμε τουλάχιστον ένα τέτοιο υπόλειμμα, ενώ σε ένα μικρό ποσοστό 2-4% εντοπίζουμε μέχρι και 10 διαφορετικά φυτοφάρμακα. Οι συγκεντρώσεις ωστόσο είναι εντός των ορίων που κρίνονται ασφαλή για την κατανάλωση. Τις μικρότερες ανιχνεύσεις υπολειμμάτων φυτοφαρμάκων ωστόσο τις βλέπουμε στα φρούτα τα τελευταία χρόνια. Υπάρχουν όμως μερικά νέα φυτοφάρμακα που εμφανίζονται σε μικρές συγκεντρώσεις, αλλά εμφανίζονται πάντα και σε σταθερό επίπεδο», σημείωσε ο κ. Αλμπάνης.

    Θα μπορούσε όμως να πει κάποιος ότι η μείωση χρήσης των φυτοφαρμάκων θα επέφερε περισσότερο θετικά αποτελέσματα στις αναλύσεις αλλά κυρίως στην υγιεινή διατροφή των πολιτών;

    «Παραγωγή χωρίς φυτοφάρμακα δε γίνεται, για να καλύψουμε τις ανάγκες. Αν υποθέσουμε ότι θα μπορούσαμε να πάμε σε οργανική ή βιολογική παραγωγή θα είχαμε μικρότερες ποσότητες παραγόμενων προϊόντων μέχρι και 40%, επομένως θα είχαμε και πολύ πιο ακριβά τρόφιμα, άρα αυτό σημαίνει, ότι δε θα ήταν και διαθέσιμα για όλους», σημείωσε ο κ. Αλμπάνης.

    Ο κίνδυνος λόγω ΗΠΑ και Ασίας

    Μία διαφορετική προσέγγιση για το πώς επηρεάζεται η αγορά στην Ευρώπη από τις συνθήκες της παγκόσμιας αγοράς και τις αποφάσεις που λαμβάνουν ΗΠΑ και Ασία, έδωσε ο Καθηγητής Αναλυτικής Χημείας Νίκος Θωμαΐδης, τονίζοντας ότι σήμερα ζούμε σε έναν χημικό κόσμο που έχει βελτιώσει τη ζωή των ανθρώπων και έχει αυξήσει το προσδόκιμο ζωής, όμως είναι μακρύς ακόμη ο δρόμος για να πάμε από την κλασική στην «πράσινη Χημεία». Επεσήμανε τον κίνδυνο στην αλόγιστη χρήση φυτοφαρμάκων και άλλων οργανικών ρύπων στο περιβάλλον και στη διατροφή, ωστόσο επέμεινε ιδιαίτερα στο ότι οι πολιτικές ελέγχου που εφαρμόζει η Ε.Ε έρχονται αντιμέτωπες με πολύ πιο χαλαρές πολιτικές που εφαρμόζονται στις ΗΠΑ και την Ασία.

    «Τα πάντα στις ΗΠΑ εξαρτώνται από το ποιος κυβερνά και φυσικά είναι θέμα οικονομικής δυνατότητας. Η νομοθεσία ελέγχου και διασφάλισης των όρων ποιότητας είναι πολύ πιο αυστηρή στην Ευρώπη από ό,τι στην Αμερική. Ο πολίτης αντικειμενικά δεν έχει τη δυνατότητα να προστατευθεί. Έχει απλώς τη δυνατότητα της πρόσβασης σε καλύτερη αγορά αν έχει την πληροφορία, αλλά και τα χρήματα. Το θέμα είναι πως μετά τη Συμφωνία του Μάαστριχτ οι βιομηχανίες στην Ευρώπη συμμορφώνονται σε μεγάλο βαθμό στη διασφάλιση της ποιότητας των προϊόντων. Όμως στην Ευρώπη εισάγονται προϊόντα από ΗΠΑ και Ασία που στην πορεία περνώντας από άλλες χώρες «βαφτίζονται» ως ευρωπαϊκά προϊόντα και αυτό είναι κάτι που ο καταναλωτής δε μπορεί να το ελέγξει», σημείωσε χαρακτηριστικά ο κ. Θωμαΐδης.

     

     

    ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

    από την εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» 

    ΜΗ ΧΑΣΕΤΕ

    ΔΗΜΟΦΙΛΗ