Την ανάγκη ενίσχυσης της αμερικανικής παρουσίας στη Γροιλανδία υπογράμμισε ο Αμερικανός απεσταλμένος Τζεφ Λάντρι, κατά την πρώτη του επίσκεψη στο νησί μετά τον διορισμό του στα τέλη του 2025.
Σε δηλώσεις του στο AFP, ο Λάντρι ανέφερε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να επαναφέρουν ισχυρότερο αποτύπωμα στη Γροιλανδία, κάνοντας λόγο για πιθανή ενίσχυση στρατιωτικών και επιχειρησιακών δομών στο πλαίσιο της εθνικής ασφάλειας.
Ο ίδιος σημείωσε ότι η Γροιλανδία έχει στρατηγική σημασία για τις ΗΠΑ, ιδιαίτερα λόγω της γεωγραφικής της θέσης στην Αρκτική, αλλά και των φυσικών πόρων που διαθέτει.
Στρατηγική σημασία της Γροιλανδίας
Σήμερα οι ΗΠΑ διατηρούν μία βασική στρατιωτική εγκατάσταση στο Πίτουφικ, στο βόρειο τμήμα του νησιού, ενώ κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου λειτουργούσαν συνολικά 17 αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στην περιοχή.
Η Γροιλανδία θεωρείται κρίσιμο γεωστρατηγικό σημείο, καθώς βρίσκεται σε κομβική διαδρομή μεταξύ Ρωσία και Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ το λιώσιμο των πάγων στην Αρκτική αυξάνει τη σημασία νέων θαλάσσιων εμπορικών οδών.
Παράλληλα, το νησί διαθέτει σημαντικά αποθέματα σπάνιων γαιών και άλλων φυσικών πόρων, γεγονός που εντείνει το ενδιαφέρον μεγάλων δυνάμεων, όπως η Κίνα και η Ρωσία.
Οι θέσεις Τραμπ και οι αντιδράσεις
Ο πρώην πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι οι ΗΠΑ θα πρέπει να αποκτήσουν μεγαλύτερο έλεγχο στη Γροιλανδία για λόγους ασφαλείας, εκφράζοντας ανησυχίες για τη γεωπολιτική επιρροή άλλων χωρών στην περιοχή.
Η παρουσία του Λάντρι στη Γροιλανδία προκάλεσε αντιδράσεις, καθώς δεν είχε προηγηθεί επίσημη πρόσκληση από τις τοπικές αρχές.
Στάση της Γροιλανδίας και της Δανίας
Ο πρωθυπουργός της Γροιλανδίας Γενς–Φρέντερικ Νίλσεν δήλωσε ότι οι συνομιλίες με τον Αμερικανό απεσταλμένο ήταν εποικοδομητικές, ωστόσο επανέλαβε ότι μόνο οι κάτοικοι της Γροιλανδίας μπορούν να αποφασίσουν για το μέλλον του νησιού.
Ανάλογη θέση έχει διατυπώσει και η Δανία, υπογραμμίζοντας ότι το καθεστώς της Γροιλανδίας δεν μπορεί να καθοριστεί από εξωτερικές πιέσεις.
Παράλληλα, ο Λάντρι εμφανίστηκε να ενθαρρύνει τις συζητήσεις περί μελλοντικής ανεξαρτησίας της Γροιλανδίας, υποστηρίζοντας ότι οι οικονομικές δυνατότητες του νησιού θα μπορούσαν να ενισχύσουν την αυτονομία του στο μέλλον.









