Αυξήθηκε σε 13 ο αριθμός των θυμάτων από τη μεγάλη δασική πυρκαγιά στην Ανδαλουσία
Ο αριθμός των θυμάτων από τη μεγάλη δασική πυρκαγιά που έπληξε την Ανδαλουσία, στη νότια Ισπανία, αυξήθηκε σε 13, μετά τον θάνατο μιας 93χρονης Βρετανίδας, η οποία νοσηλευόταν με σοβαρά εγκαύματα στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Τορεκάρντενας της Αλμερίας.
Σε ανακοίνωσή της, η περιφερειακή κυβέρνηση της Ανδαλουσίας γνωστοποίησε ότι η ηλικιωμένη υπέκυψε στα τραύματά της, λίγες ημέρες μετά τον τραυματισμό της κατά τη διάρκεια της πυρκαγιάς στην περιοχή Λος Γκαγιάρδος.
Εκτεταμένες καταστροφές
Η φωτιά εκδηλώθηκε την Πέμπτη 9 Ιουλίου στην περιοχή Λος Γκαγιάρδος, στην επαρχία Αλμερίας, και εξαπλώθηκε με ιδιαίτερα γρήγορους ρυθμούς προς την περιοχή Μπένταρ. Οι ισχυροί άνεμοι και η εξαιρετικά ξηρή βλάστηση συνέβαλαν στην ταχύτατη εξάπλωσή της, με τις φλόγες να καλύπτουν περίπου 15 χιλιόμετρα μέσα σε δύο ώρες, σύμφωνα με τον πρόεδρο της Ανδαλουσίας.
Μέχρι στιγμής έχουν αποτεφρωθεί περισσότερα από 7.000 εκτάρια γης, δηλαδή περίπου 70.000 στρέμματα, ενώ οι ισπανικές αρχές χαρακτηρίζουν την πυρκαγιά μία από τις πλέον φονικές που έχουν καταγραφεί στη χώρα.
Δέκα αγνοούμενοι
Οι επίσημα δηλωμένοι αγνοούμενοι ανέρχονται πλέον σε δέκα. Ο αριθμός αυτός αυξήθηκε μετά την καταχώριση δύο νέων δηλώσεων εξαφάνισης και τη συνεργασία των ισπανικών ιατροδικαστικών αρχών με τις αντίστοιχες υπηρεσίες της Βρετανίας, του Βελγίου και της Γαλλίας.
Οι συγγενείς αγνοουμένων που βρίσκονται στο εξωτερικό μπορούν να δηλώνουν την εξαφάνιση των οικείων τους και να παρέχουν δείγματα DNA, προκειμένου να διευκολυνθεί η διαδικασία ταυτοποίησης.
Οι αρχικές πληροφορίες που έκαναν λόγο για 23 αγνοούμενους αφορούσαν προσωρινές αναφορές ατόμων με τα οποία οι συγγενείς τους δεν είχαν κατορθώσει να επικοινωνήσουν και δεν αντιστοιχούσαν όλες σε επίσημες δηλώσεις εξαφάνισης.
Οι έρευνες στις καμένες εκτάσεις ολοκληρώθηκαν την Κυριακή χωρίς να εντοπιστούν επιπλέον θύματα. Οι ιατροδικαστικές υπηρεσίες συνεχίζουν την ταυτοποίηση των απανθρακωμένων σορών μέσω γενετικού υλικού, καθώς αρκετά από τα θύματα εκτιμάται ότι ήταν Βρετανοί και Βέλγοι κάτοικοι ή επισκέπτες της περιοχής.
Δραματική διάσωση δύο Βρετανών
Συγκλονιστική ήταν η επιχείρηση διάσωσης δύο Βρετανών τουριστών, οι οποίοι εντοπίστηκαν μέσα σε χαράδρα κοντά στην περιοχή Μπένταρ.
Οι άνδρες της ισπανικής Πολιτοφυλακής άκουσαν αδύναμες εκκλήσεις για βοήθεια κατά τη διάρκεια της νύχτας και, αφού κατέβηκαν στην απότομη πλαγιά, εντόπισαν το ζευγάρι σε ημιλιπόθυμη κατάσταση, με εγκαύματα που κάλυπταν περίπου το 40% του σώματός τους.
Η επιχείρηση απεγκλωβισμού διήρκεσε περίπου δύο ώρες, ενώ οι τραυματίες μεταφέρθηκαν σε μονάδα εντατικής θεραπείας. Σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις, είχαν βγει για πεζοπορία όταν εγκλωβίστηκαν από τις φλόγες.
Επιστροφή των κατοίκων
Μετά τη σταθεροποίηση του πύρινου μετώπου, οι αρχές επέτρεψαν την επιστροφή περισσότερων από 1.000 κατοίκων στις εστίες τους.
Συνολικά περίπου 1.400 άνθρωποι είχαν απομακρυνθεί προληπτικά από έντεκα οικισμούς, ενώ στις επιχειρήσεις κατάσβεσης και διάσωσης συμμετείχαν περισσότεροι από 500 πυροσβέστες, στρατιωτικοί και στελέχη των υπηρεσιών πολιτικής προστασίας.
Την Κυριακή τραυματίστηκαν επίσης δύο μέλη των δυνάμεων δασοπυρόσβεσης, όταν όχημα του σχεδίου Infoca ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα στον δρόμο AL-6109, κοντά στην Μπένταρ.
Έρευνα για τα αίτια της πυρκαγιάς
Οι αρμόδιες αρχές διερευνούν τα αίτια εκδήλωσης της φωτιάς, εξετάζοντας μεταξύ άλλων το ενδεχόμενο να προκλήθηκε από καλώδιο ηλεκτροδότησης που έπεσε δίπλα σε οδικό δίκτυο.
Η εταιρεία ηλεκτρισμού Endesa υποστηρίζει, ωστόσο, ότι το συγκεκριμένο καλώδιο δεν ήταν υπό τάση, γεγονός που αφήνει ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα ως προς την προέλευση της πυρκαγιάς.
Παράλληλα, βρίσκεται σε εξέλιξη δημόσια αντιπαράθεση σχετικά με την έγκαιρη ενημέρωση των κατοίκων. Οι περιφερειακές αρχές υποστηρίζουν ότι ορισμένα θύματα επιχείρησαν να διαφύγουν με τα οχήματά τους ή πεζή, αντί να παραμείνουν σε ασφαλείς κλειστούς χώρους.
Από την άλλη πλευρά, συγγενείς θυμάτων καταγγέλλουν ότι δεν υπήρξαν έγκαιρες και σαφείς προειδοποιήσεις πριν η φωτιά φτάσει στις κατοικημένες περιοχές. Σύμφωνα με το Reuters, δεν εστάλη μαζικό προειδοποιητικό μήνυμα στα κινητά τηλέφωνα, ενώ η ενημέρωση των κατοίκων πραγματοποιήθηκε κυρίως με πόρτα-πόρτα από τις τοπικές αρχές.






