Ψάχνοντας καλοκαίρια που δεν υπάρχουν
Η μάχη του καλοκαιριού έχει χαθεί. Πρέπει να μαζέψουμε το νου μας και να το πάρουμε αλλιώς, αν θέλουμε να κερδίσουμε ξανά έστω λίγα μέτρα. Τι να κερδίσουμε ακριβώς; Τη σχέση του εαυτού με το εκεί έξω, το δέσιμό μας ξανά με τη φύση, τη θάλασσα, το βουνό, με την κοινότητα και τους άλλους ανθρώπους. Αυτή η σχέση είναι το καλοκαίρι και είναι αυτή που χάθηκε μέσα σε τρεις τέσσερις δεκαετίες, στους καιρούς μας όταν μετατράπηκε σε άλλες σχέσεις, άλλων σχεδίων κι άλλων στόχων.
Ας μην κάνουμε ότι δεν καταλαβαίνουμε τι συζητάμε. Τα λέμε άλλωστε και μεταξύ μας ανοιχτά πια, απλώς πετώντας τις ευθύνες στους αδιόρατους «άλλους» ή κοιτώντας να βγούμε εμείς έξω από το κάδρο. Στην Ελλάδα είμαστε ακόμα στη φάση «εγώ θα τη γλυτώσω» κι ας μην έχουμε καταφέρει να γλυτώσουμε από τίποτα, ας έχει πέσει χίλιες φορές ο ουρανός στο κεφάλι μας, ας έχουμε αποτύχει ξανά και ξανά. Αλλά, «αν τύχει και τα καταφέρω, δεν θα είναι μία κάποια επιτυχία;», αναρωτιόμαστε. Θα δούμε.
Το καλοκαίρι πάντως, που φτιάξαμε στους καιρούς μας, απέτυχε να μας θρέψει το σώμα και τις ψυχές μας, ούτε ατομικά- κι ας επενδύσαμε τόσο πολύ στην ατομική επιτυχία- ούτε συλλογικά. Τυχεροί να είμαστε, να βλέπουμε τις φωτιές από την τηλεόραση και να γράφουμε σχόλια αγανάκτησης για το «πού είναι το κράτος». Κι όχι ότι δεν λυπόμαστε, ότι δεν μας προκαλεί μια θλίψη όλη αυτή η μαυρίλα η κυριολεκτική ή η μεταφορική, αλλά δεν αρκεί πια. Από λύπες και προβληματισμούς είμαστε στο κόκκινο. Το θέμα είναι τι κάνουμε.
Το ελληνικό καλοκαίρι το κλείσαμε μέσα σε εκατομμύρια «οικόπεδα στη θάλασσα», μέσα στην κοστολόγηση κάθε τι που πετάει, κολυμπάει, κινείται, ανασαίνει ή απλώς υπάρχει, μέσα στην ενσωμάτωση στην δημόσια και την ιδιωτική οικονομία. Έγινε εμπόρευμα. Όπως κάθε τι άλλωστε στον κόσμο μας, όπως και σε κάθε γωνιά του πλανήτη, δεν πρωτοτυπήσαμε. Ως προς αυτό ας μην έχουμε παράπονο, έχει γίνει οικουμενική η λογική του εμπορίου άνευ ορίων. Τα ξέρουμε και τα έχουμε λίγο πολύ αποδεχτεί άλλωστε όλα αυτά. Αλλά βλέπουμε κι ότι αυτός είναι ένας δρόμος που δεν σταματά. Όπως βλέπουμε κι ότι δεν γίνεται να «τη γλυτώσουμε» εμείς τελικά μονάχα. Η παραλία που ξέραμε γεμίζει ομπρέλες και μπαρ, τα ωραία μέρη ελκύουν μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες, οι δουλειές «σεζόν» δεν βγάζουν ούτε ένα απόθεμα για τον χειμώνα, σπίτια να μείνει όποιος έχει ανάγκη ή επιτελεί ένα λειτούργημα δεν περισσεύουν, το νερό στις βρύσες λιγοστεύει και γίνεται ακριβό, τα σκουπίδια πλημμυρίζουν τα πάντα, ο αέρας στις πόλεις μολύνεται. Αυτή είναι μια κατάσταση χειμώνα καλοκαίρι. «Είναι η οικονομία» όπως λέγεται. Κι εμείς μονάχοι στις παραλίες με το κινητό στο χέρι σκρολάρουμε ανούσια βίντεο και γραφικότητες, έχοντας γυρίσει πολιτιστικά στον κόσμο της άγνοιας, της απομόνωσης και της βαθιάς πλήξης. Περιμένοντας ένα «θαύμα», κάτι να αλλάξει.
Θα πεις, ας μην γενικεύουμε. Μπορεί, αν και υπάρχουν και πολύ χειρότερα αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς. Η ζωή στις άκρες της στεγνής και μίζερης πόλης, η βαθιά μοναξιά, ο ανέραστος και ανεόρταστος βίος, τα λεφτά που δεν υπάρχουν, τα όνειρα των παιδιών που μαραζώνουν, η γιγάντωση των ανισοτήτων και της συγκέντρωσης πλούτου και εξουσίας σε λίγους, η προβολή των ανάξιων και η αίσθηση απουσίας δικαιοσύνης, το διαλυμένο αστικό και φυσικό περιβάλλον, είναι κι αυτά όλα μέρος του καλοκαιριού επίσης. Η παλιοκατάσταση δεν κάνει διακοπές.
Αλλά ας αποδεχτούμε ότι το ελληνικό καλοκαίρι έχει χώρο ακόμα. Υπάρχουν ανάσες. Με αυτές τις βγάζουμε άλλωστε. Βρίσκουμε τους ανθρώπους μας στα χωριά ή στις γειτονιές μας στην πόλη, βγαίνουμε βόλτες κάτω από έναν ξεχωριστό ουρανό, τα παιδιά μας ταξιδεύουν, δίπλα μας κάποιος ανοίγει ένα βιβλίο, ένας επιστήμονας προχωρά την έρευνά του, ένας ικανός υπάλληλος προσφέρει στον τόπο με τις υπηρεσίες του, ένας νέος εργαζόμενος κουράζεται αλλά παλεύει να βρει το δικό του μέλλον. Πολλά ωραία μπορεί ο καθένας μας να προσθέσει από τις δικές του εμπειρίες του καλοκαιριού. Αλλά ας παραδεχτούμε ότι έχουμε καταλάβει τα όρια πλέον, ότι έχουμε μπουχτίσει, ότι περνάνε τα καλοκαίρια όλο και πιο γρήγορα από πάνω μας σαν να μην πέρασαν ποτέ. Ότι κάτι έχει αλλάξει πια και δεν είμαστε καθόλου σίγουροι ότι έρχονται καλύτερες μέρες.
Γράφει ο ΦΙΛΗΜΩΝ ΚΑΡΑΜΗΤΣΟΣ
fkaramitsos@yahoo.gr
Από την εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» στις 4-8-2026








